Οταν η αίθουσα του θεάτρου φωτίστηκε, ο Νίκος Κουρής αγκάλιασε τον Γιάννο Περλέγκα για αρκετά λεπτά. Κάτι ψιθύρισαν ο ένας στον άλλον. Δεν ρώτησα τι. Είχαμε δει μαζί το «Cleansed» της Σάρα Κέιν σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Στο χειροκρότημα, ο Χρήστος Λούλης, που πρωταγωνιστεί στην παράσταση, έριξε μια ματιά, γεμάτη τρυφερότητα, στους δύο φίλους του. Και οι τρεις έπαιζαν στη μνημειώδη παράσταση του ίδιου έργου σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή –«Καθαροί πια» ήταν ο τίτλος της– το 2001· 25 χρόνια πριν. «Γύρισα στο σπίτι μου και ένιωσα ότι ήθελα να κλάψω. Εχουμε ζήσει πολλή ζωή μαζί, και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων και στις πρόβες· γεμάτες στιγμές», μου λέει ο Νίκος Κουρής στην κουβέντα που κάναμε λίγες ημέρες μετά μαζί με τον Χρήστο Λούλη. Ο Γιάννος Περλέγκας δεν κατάφερε να έλθει λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Ετυχε να συναντηθούμε στις 20 Φεβρουαρίου, την ημερομηνία που η Σάρα Κέιν αυτοκτόνησε το 1999, στα 28 της χρόνια, κρεμασμένη από ένα γάντζο στο δωμάτιο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, ύστερα από μια απόπειρα αυτοκτονίας με υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών και ηρεμιστικών.
Ιδρυμα ή θεραπευτήριο
Το «Cleansed» διαδραματίζεται σ’ ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα (ή μήπως σε ένα ψυχιατρικό θεραπευτήριο, όπου νοσηλεύονται άτομα σε θεραπεία απεξάρτησης;), το οποίο διαχειρίζεται ο Τίνκερ. Εξι πρόσωπα προσπαθούν να βρουν την ταυτότητά τους, τη φωνή τους και να ζήσουν έξω από ταξινομήσεις και στενά πλαίσια. Ολοι ψάχνουν την αγάπη και την αποδοχή, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα σε μια κοινωνία πλήρως στεγνή, άνυδρη που “καθαρίζει” τους ανθρώπους από ό,τι θεωρεί απαγορευμένο. Οι ήρωες παλεύουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν σε έναν κόσμο που τους κατακερματίζει, με φόντο την αδυσώπητη εξουσία και την ακραία βία. Ο Τίνκερ θα τους υποβάλει –και θα υποβάλει εαυτόν– στις πιο σκληρές δοκιμασίες για να τους εξιλεώσει (ή για να τους τιμωρήσει;). Τους ακρωτηριάζει, σαν να θέλει να τους αποτρέψει από τη συναισθηματική σύνδεση. Ενα έργο σκοτεινό, λυρικό και βαθιά σωματικό, γεμάτο συμβολισμούς, ποιητικό. Η Σάρα Κέιν μιλάει για τον έρωτα. Λαχταρούσε μια ολοκληρωμένη σχέση, αλλά τη διέλυε η σκέψη πως όταν δίνεσαι ολοκληρωτικά σε έναν άνθρωπο, με κάποιο τρόπο πρέπει να αναιρέσεις τον εαυτό σου.

Νίκος Κουρής: Η Σάρα Κέιν περιγράφει έναν έρωτα σε ακραία μορφή, μέσα στον οποίο χάνεις τον εαυτό σου. Είναι σαν να λέει ότι «δεν μπορώ να μιλήσω για τον έρωτα παρά μόνον έτσι, με βία. Γιορτάζω όσο ζω, και πεθαίνω κάθε στιγμή”. Τολμούσε να είναι ερωτευμένη κάθε μέρα, και γι’ αυτό «κάηκε».
Χρήστος Λούλης: Αυτός που βουτάει στη θάλασσα του έρωτα, θέλει να γίνει το πρόσωπο με το οποίο είναι ερωτευμένος, να κανιβαλίσει τον άλλον. Το έργο ασχολείται με το απόλυτο της στιγμής του έρωτα. Αρα παρουσιάζει μια μορφή βίας που δεν μετασχηματίζεται· είναι μια συνθήκη στην οποία δεν μπορούν να μπουν όλοι οι άνθρωποι.
Ν. Κ.: Από τον έρωτα δεν έχεις διαφυγή, δεν έχεις δύναμη. Το έργο της Κέιν είναι οντολογικό.
Χ. Λ.: Είναι και αυτό το παιχνίδι, που αν νικήσεις θα χαθείς. Σαν να μην πρέπει να νικήσεις τον έρωτα.
Λίγο πριν από το τέλος
Ο Νίκος Κουρής και ο Χρήστος Λούλης μιλούν για το έργο, τη φετινή παράσταση, θυμούνται πώς βίωσαν το «Καθαροί πια» το 2001, και μου υπενθυμίζουν τον ντόρο που έκανε η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή. «Η Σάρα Κέιν έγραψε το έργο το 1998 μέσα από τα συντρίμμια της, ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει, και είχε σοκάρει», εξηγεί ο Λούλης. «Το στυλ της ήταν ωμό, προκλητικό, πολλοί αδυνατούσαν να την καταλάβουν».
«Ηταν τρομερό ρίσκο για τον Λευτέρη. Ηταν η πρώτη φορά που “έβγαινε” από το θέατρό του, στην οδό Κυκλάδων στην Κυψέλη, και παρουσίασε ένα έργο που εκείνη την εποχή, και λόγω της βιαιότητας των σκηνών, είχε δημιουργήσει σοκ. Ο Βογιατζής το παρουσίασε οντολογικά, δίνοντας αυτή τη φρίκη με φιλοσοφική διάθεση», υπογραμμίζει ο Κουρής.
Η Σάρα Κέιν έγραψε το έργο το 1998 μέσα από τα συντρίμμια της, ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει, και είχε σοκάρει. Το στυλ της ήταν ωμό, προκλητικό, πολλοί αδυνατούσαν να την καταλάβουν. -Χρήστος Λούλης
Ο Βογιατζής είχε επιλέξει μια πλειάδα σημαντικών ηθοποιών στο ξεκίνημά τους – όλοι τους στη δεκαετία των 20. Ο Κουρής είχε εντυπωσιάσει με την ερμηνεία του στον «Γυάλινο κόσμο» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, για τον Λούλη ήταν η δεύτερή του παράσταση.
Ν. Κ.: Οι πρόβες κράτησαν οκτώ μήνες. Νομίζω ότι δεν είχαμε την ικανότητα να καταλάβουμε τι κάναμε με τον Βογιατζή. Ηταν σαν να προσπαθείς να πιάσεις το νερό. Το καταλαβαίνεις στο χέρι αλλά αυτό κυλάει, φεύγει.
Χ. Λ.: Στις πρόβες του Βογιατζή πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέατρο. Εάν έκανα το «Καθαροί πια» δέκα χρόνια μεγαλύτερος, θα ήξερα ότι αυτή η παράσταση ήταν η εξαίρεση στις συνθήκες του θεάτρου. Ισως να ήμουν άλλος άνθρωπος.
Ν. Κ.: Ο Χρήστος ήταν τελείως λιωμένος, είχε αφεθεί στον Βογιατζή. Ολοι το βλέπαμε. Γι’ αυτό και ο Λευτέρης τον αγαπούσε.
Χ. Λ.: Ιδίως όταν είσαι νέος, δεν ξέρεις εάν κάνεις αυτή τη δουλειά για να ζήσεις ή ζεις για να κάνεις αυτή τη δουλειά. Ωστόσο, είναι σημαντική η απόσταση που διανύει ο ηθοποιός για να φτάσει να ερμηνεύει ένα ρόλο. Γιατί αυτή η απόσταση είναι παρούσα μέσα σου όταν είσαι επί σκηνής και σου υπενθυμίζει ότι όλοι, και οι θεατές και οι ηθοποιοί, είμαστε ίδιοι άνθρωποι».
Στη φετινή παράσταση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, ο Χρήστος Λούλης υποδύεται τον Τίνκερ, ρόλο που έπαιζε ο Λευτέρης Βογιατζής στην παράσταση του 2001, τότε που Λούλης και Κουρής έπαιζαν δύο από τους έξι νεαρούς. «Το έργο, όπως με καθόρισε τότε, με καθορίζει και τώρα. Με μετατοπίζει μέσα μου. Νιώθω σαν αλλάζω δέρμα», λέει ο ίδιος.

«Ο Καραντζάς με πολύ σεβασμό –αλλά όχι ακαδημαϊκό– στο κείμενο και εξαιρετική ευαισθησία, άγγιξε αυτό το δύσκολο έργο που έχει συνεχείς υπερβάσεις. Η φετινή παράσταση είχε πράγματα που δεν διέθετε η παλιά, αλλά δεν έχουν νόημα οι συγκρίσεις. Το κείμενο έχει μια ποιητική γραφή, που επιτρέπει πολλές ερμηνείες. Εγώ βλέποντας τη φετινή παράσταση, ξέχασα τη δική μας. Είδα το έργο για πρώτη φορά ως θεατής. Ο Τίνκερ του Χρήστου, βίαιος, υπαινικτικός, τρυφερός, παιγνιώδης, είναι ο ίδιος ο έρωτας, η χωρίς όρια εμπλοκή δύο ανθρώπων που δεν εμπεριέχει όρους δικαιοσύνης όταν τη ζεις», τονίζει ο Κουρής. «Πιστεύω ότι ο Τίνκερ του Χρήστου είναι ο Τίνκερ της Κέιν», προσθέτει.
«Οταν είδα τον Νίκο και τον Γιάννο στο τέλος της παράστασης, ήταν σαν να τους έβλεπα τότε, το 2001. Σαν να ζούσαμε ξανά τις πρόβες, τις παραστάσεις. Σαν να έχει κάνει κύκλο η ζωή μας», λέει ο Λούλης.
Βλέποντας τη φετινή παράσταση, ξέχασα τη δική μας. Ο Τίνκερ του Χρήστου, βίαιος, υπαινικτικός, τρυφερός, παιγνιώδης, είναι ο ίδιος ο έρωτας, η χωρίς όρια εμπλοκή δύο ανθρώπων που δεν εμπεριέχει όρους δικαιοσύνης όταν τη ζεις. -Νίκος Κουρής
«Σπουδαία χειρονομία»
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, που είχε επιμεληθεί την κίνηση στην παράσταση του 2001, θυμάται, μιλώντας στην «Κ»: «Η χειρονομία του Λευτέρη Βογιατζή να συστήσει στο ελληνικό κοινό τη Σάρα Κέιν ήταν σπουδαία. Το ότι τόλμησε και βγήκε από την ασφάλεια του θεάτρου της οδού Κυκλάδων ήταν πρωτόγνωρο. Με πλησίασε πιο ολοκληρωτικά σε αυτήν την παραγωγή, αν και συνεργαζόμασταν χρόνια. Είχε την ανάγκη της γενιάς μου και της ατμόσφαιρας underground αλητείας που ήξερε ότι κατείχα. Ετσι και ο Κωνσταντίνος Βήτα, έτσι και η Λίλη Πεζανού, που καθόρισαν το αποτέλεσμα. Ηταν ένας Βογιατζής που με τόλμη βούτηξε σε νέες καταδύσεις. Ενας σπουδαίος σε μια σπουδαία νέα περιπέτεια. Γι’ αυτό θα μας μείνει αξέχαστη».

