Είναι η στιγμή αμέσως μετά το κοφτό «πυρ», όταν οι ναζί έχουν μόλις πατήσει τη σκανδάλη. Από τις κάννες των όπλων τους εκτοξεύονται σφαίρες και καπνοί, όμως απέναντί τους στέκονται άνθρωποι στητοί, ευθυτενείς. Κάποιοι έχουν υψωμένη τη γροθιά τους και με αυτήν ακριβώς τη χειρονομία αποτυπώνονται στον χρόνο. Γιατί η φωτογραφία που τους απαθανατίζει, δεν θα χαθεί: προστατεύεται πλέον, λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της, ως κηρυγμένο μνημείο του ελληνικού κράτους. Είναι μία από τις τρεις επιπλέον φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, που όπως είχε γράψει η «Κ» (22.2.26) περιλαμβάνονται στη συλλογή Χόιερ και οι οποίες παρουσιάστηκαν χθες από το υπουργείο Πολιτισμού. Και είναι μια εικόνα τέτοιας πυκνότητας, που η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, της έδωσε αυθόρμητα τον τίτλο, «από τη ζωή στον θάνατο».
Οι δύο πιο σκληρές εικόνες δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα – Η κ. Μενδώνη τόνισε ότι απεικονίζουν νεκρούς, αυτούς «τους οποίους οφείλουμε, έπειτα από ογδόντα χρόνια, να σεβαστούμε».
Για ηθικούς λόγους
Οι άλλες δύο επιπλέον φωτογραφίες είναι ακόμη πιο σκληρές. Ο Βέλγος συλλέκτης Τιμ ντε Κράνε, που είχε στην κατοχή του τη συλλογή Χόιερ, προτού αυτή αγοραστεί από το ελληνικό Δημόσιο (έναντι 100.000 ευρώ, όπως είπε η υπουργός), δεν είχε αναρτήσει καμία εικόνα από τη συγκεκριμένη τριάδα των φωτογραφιών στο eBay, για ηθικούς λόγους. Και παρότι και οι τρεις παρουσιάστηκαν χθες στους δημοσιογράφους, οι δύο σκληρότερες δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα – η κ. Μενδώνη τόνισε ότι απεικονίζουν νεκρούς αυτούς «τους οποίους οφείλουμε, έπειτα από ογδόντα χρόνια, να σεβαστούμε», ενώ η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Σταυρούλα Φωτοπούλου, που συμμετείχε στη διαδικασία ελέγχου και απόκτησης της συλλογής, αναφέρθηκε και στην ανάγκη να ολοκληρωθεί η έρευνα του υλικού και η ταυτοποίηση προσώπων και οικογενειών.


Στη δεύτερη εικόνα, λοιπόν, βλέπουμε από απόσταση σορούς εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο, ενώ ανάμεσά τους περπατάει ένας στρατιωτικός των ναζί. Κρατάει πιστόλι, προκειμένου να δώσει τις χαριστικές βολές, καθώς το ναζιστικό τελετουργικό της εκτέλεσης έχει συντελεστεί και απομένουν οι «λεπτομέρειές» του. Στην τρίτη εικόνα, ο φωτογραφικός φακός καταγράφει τον θάνατο από λίγο εγγύτερα, αλλά με την ίδια αποστασιοποίηση. Στο κέντρο απεικονίζεται το κυρτωμένο, νεκρό σώμα ενός εκτελεσμένου, ενώ διακρίνονται και χαρακτηριστικά του προσώπου του. Η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είναι οριζόντια, αλλά κάθετη. Το γιατί, το ερμήνευσε χθες ο ιστορικός Βαλεντίν Σνάιντερ, επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, που επίσης συμμετείχε στην αυθεντικοποίηση της συλλογής και έχει πλέον την επιστημονική ευθύνη του περαιτέρω ερευνητικού έργου. Ο λοχίας Χόιερ, ο φωτογράφος, είπε ο Σνάιντερ, «αλλάζει το φορμάτ της κάμερας από τοπίο σε πορτρέτο, κάτι που αποτελεί ένδειξη της ψυχραιμίας του απέναντι στον θάνατο».
Παρουσιάστηκαν και άλλες άγνωστες φωτογραφίες από τις συνολικά 262 της συλλογής Χόιερ, που απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, μεταφορά γερμανικής στρατιωτικής μονάδας από τη Γερμανία στην Ελλάδα με τρένο, εξάσκηση στρατιωτών στη σκοποβολή, ξενάγησή τους στην Ακρόπολη, θαλασσινά μπάνια στον Σαρωνικό, τον Χόιερ στο χιονισμένο Αρσάκειο Ψυχικού, τον Χόιερ πιθανότατα με την οικογένειά του στη Γερμανία κ.ά. Χρησιμοποιούσε «καλή μηχανή», είχε στη διάθεσή του «εξαιρετικό φωτογραφικό χαρτί», αλλά οι εικόνες του, φωτογραφικά μιλώντας, είναι «κακές», είπε ο Σωκράτης Μαυρομμάτης, φωτογράφος και μέλος της ομάδας του ΥΠΠΟ που τεκμηρίωσε τη συλλογή. Ο Χόιερ είναι επίσης «τελείως ανεκπαίδευτος» και καθώς «δεν έχει σχεδόν καμία εντολή για τεκμηρίωση», καταλήγει να φωτογραφίζει αποστασιοποιημένα, από εκτελέσεις μέχρι παραλίες του Πειραιά, αντανακλώντας έτσι «το πνεύμα που επικρατούσε στα στρατεύματα κατοχής», είπε ο φωτογράφος.

«Οι φωτογραφίες ανταποκρίνονται στο γερμανικό πλαίσιο πολιτιστικών αναφορών που δημιουργήθηκε από το 1933 υπό την επιρροή του υπουργείου Προπαγάνδας του Γκέμπελς. Χωρίς να το ξέρει, ίσως, ο στρατιώτης προσπαθεί να αντιγράψει συγκεκριμένα μοτίβα προπαγάνδας, συμμετέχοντας έτσι στο πολιτιστικό πλαίσιο του Γ΄ Ράιχ», είπε ο Βαλεντίν Σνάιντερ. Ο ιστορικός προχώρησε και σε μια πρώτη ερμηνεία ορισμένων από τις ήδη γνωστές δέκα φωτογραφίες της Καισαριανής, οι οποίες αποδείχτηκαν έτσι ακόμη πιο οδυνηρές και δραματικές. Σε μια γνωστή φωτογραφία, λ.χ., που οι Ελληνες κρατούμενοι κοιτούν πλάγια τον φακό, ο Σνάιντερ επεσήμανε ότι φορούν καθαρά ρούχα, γιατί πιθανότατα «τα κρατούσαν για μια πιθανή εκτέλεση». Σε εκείνη που μπροστά από τον χώρο της εκτέλεσης βλέπουμε ρούχα πεσμένα, έχει προηγηθεί μια διαταγή, εκτίμησε ο ιστορικός, να αφαιρεθούν τυχόν βαριά ενδύματα από τους ομήρους, ώστε οι σφαίρες των ναζί να μη συναντήσουν κανένα εμπόδιο.
Και αν ο Χέρμαν Χόιερ φιλοτέχνησε τελικά ένα «προσωπικό άλμπουμ», όπως το χαρακτήρισε ο Σωκράτης Μαυρομμάτης, η ιστορική του μοίρα θα είναι διαφορετική. Αφού παρέθεσε το ιστορικό της ταχύτατης και «υποδειγματικής» διαδικασίας απόκτησης της συλλογής από το ελληνικό Δημόσιο, η κ. Μενδώνη ανακοίνωσε ότι το ΥΠΠΟ θα καταθέσει νομοθετική ρύθμιση ώστε να συγκροτηθεί το –για πολλούς λόγους αναγκαίο– Εθνικό Φωτογραφικό Αρχείο, το οποίο θα αποτελεί μέρος του Εθνικού Αρχείου Μνημείων και θα περιλαμβάνει ακόμη φωτογραφίες από το Τατόι, από το αρχείο της αρχαιολογικής υπηρεσίας, από την ιστορία των Ελλήνων προσφύγων, από εποπτευόμενους φορείς του υπουργείου, από ιδιωτικές συλλογές κ.ά. Τα πρωτότυπα φωτογραφικά τεκμήρια της συλλογής Χόιερ (που βρίσκονται σε καλή κατάσταση, αλλά χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα λόγω της ηλικίας τους) θα αποτελέσουν μέρος του Εθνικού Φωτογραφικού Αρχείου, ενώ αφού ψηφιοποιηθούν, ψηφιακά τους αντίγραφα θα δίνονται υπό προϋποθέσεις σε φορείς που το αιτούνται, σε ιδιώτες, συγγενείς κ.λπ. Το υπουργείο Πολιτισμού, κατέληξε η κ. Μενδώνη, θα συνεχίσει «τη μελέτη και επιστημονική τεκμηρίωση της συλλογής, μαζί με όλες τις άλλες μέριμνες που πρέπει να ληφθούν, ώστε στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα να μπορέσουμε να πούμε περισσότερα, μέσα από ένα επιστημονικό συνέδριο ή μέσα από μια έκθεση του υλικού, με τις ίδιες προδιαγραφές και με την τήρηση των αυστηρών μεθόδων της επιστήμης και της δεοντολογίας».

