ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΔΗΣ
Αναπάντητες
εκδ. Θράκα, 2025
σελ. 64
Είκοσι χρόνια πριν από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη στις 28 Φεβρουαρίου 2023, στις 13 Απριλίου 2003, ένα λεωφορείο με σαράντα εννέα μαθητές λυκείου από το Μακροχώρι Ημαθίας επέστρεφε από σχολική εκδρομή, όταν συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με φορτηγό που μετέφερε φύλλα ξυλείας-νοβοπάν. Ο οδηγός της νταλίκας, που ερχόταν από τον Προβατώνα Εβρου, έχασε τον έλεγχο και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, ενόσω το λεωφορείο βρισκόταν στην κοιλάδα των Τεμπών. Τα νοβοπάν απελευθερώθηκαν από τη σύγκρουση και καρφώθηκαν στο λεωφορείο, θερίζοντας όλη την αριστερή πλευρά του. Είκοσι ένας μαθητές έχασαν ακαριαία τη ζωή τους.
Το δυστύχημα άνοιξε ένα βαθύ τραύμα στην πεζογραφία του Γιάννη Καισαρίδη (Βέροια, 1959). Από εκείνη τη στιγμή η γραφή του βυθίστηκε στο πένθος. Με κάθε ευκαιρία η λογοτεχνική του φαντασία ενορχηστρώνει καθηλωτικές επιμνημόσυνες τελετουργίες. Με ελλειπτική γλώσσα, εμφανώς φορτισμένη και σπαραξικάρδια, ο Καισαρίδης μεταστοιχειώνει τις σελίδες σε περίτεχνα οστεοφυλάκια, όπου εναποθέτει τα ιερά και τα όσια της μνήμης, λείψανα μιας ζωής αφανισμένης, που διαποτίζει σαν νερό γλυφό το παρόν. Μια ταφική ιεροτελεστία τελείται και στο πρόσφατο βιβλίο του. Στον τίτλο του επιλόγου αναγράφεται σαν σε μάρμαρο: «Εδώ θα είμαι». Πένθος διαρκές, ατελεύτητο και απαράγραπτο.
Η εναρκτήρια παράγραφος συγκλονίζει με την εικονοποιία της. «Χιονίζει. Σκοτάδι. Ο αμυδρός φωτισμός ενός μικρού σωρού κινητών τηλεφώνων αναβοσβήνει. Ξαφνικά τα κινητά αρχίζουν να χτυπούν. Αλλόκοτη μουσική πλημμυρίζει τον χώρο· λες και σε καλούν Σειρήνες. Ο φωτισμός των κινητών γίνεται εντονότερος. Το χιόνι πυκνώνει».
Η εικόνα είναι ανατριχιαστική. Και μόνο ο ήχος προκαλεί σύγκρυο. Κανένα παιδί δεν μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο, οι κλήσεις μένουν αναπάντητες. Μες στο χιόνι και στο σκοτάδι ο συγγραφέας διακρίνει την Ελσα, το πρόσωπό της είναι ματωμένο και τα μαλλιά της γκρίζα. Την αποφράδα ημέρα κάθισε στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου. Η Ελσα κυκλοφορεί σαν φάντασμα στο πένθιμο σπίτι της, ένα χαρούμενο φάντασμα, καθώς ο θάνατος τη βρήκε μες στα γέλια, στα πειράγματα και στα τραγούδια των συμμαθητών της.
Οι δικοί της θρηνούν, καθηλωμένοι σε ένα ατέρμονο μνημόσυνο. Μπροστά στην άδεια καρέκλα της τοποθετούν φαγητό και κτερίσματα, προσωπικά της αντικείμενα. Η Ελσα περνάει από μπροστά τους σέρνοντας μια μισάνοιχτη βαλίτσα. Φαίνεται σαν να ετοιμάζεται να ταξιδέψει ή σαν να επιστρέφει από εκδρομή. Οσο προχωράει, η βαλίτσα αδειάζει. Αργόσυρτα η Ελσα χάνεται από το κάδρο. Το κινητό της αναβοσβήνει πάνω στο τραπέζι.
Η μάνα του Παύλου, του φίλου της Ελσας, καταφεύγει κι εκείνη σε παυσίλυπες μυσταγωγίες. Το πένθος την οδηγεί σε ένα χλοερό λιβάδι, όπου ελπίζει να ανταμώσει με τον γιο της. «Προχωράει μες στη χλωρίδα, λες και κάνει κάποιου είδους λιτανεία». Μες στα χόρτα και στα νεκρολούλουδα το μόνο που βρίσκει είναι το κινητό του. «Βάζει το κινητό με προσοχή μες στα στήθια της· αναβοσβήνει στο μέρος τής καρδιάς της».

Το ζοφώδες βιβλίο τού Καισαρίδη μοιάζει με θεατρικό, κερματισμένο σε σύντομες ιεροπραξίες. Με αδρά εκφραστικά μέσα ο Καισαρίδης επιτυγχάνει την πύκνωση της ποίησης. Οι λέξεις συνταιριάζονται περίτεχνα, σαν ψηφίδες εκπληκτικών εικόνων-τύμβων. Απερίγραπτης ομορφιάς, παρά το έρεβος, είναι το πλουτώνιο σκηνικό που αντικρίζουν δύο «Γυναικείοι Ισκιοι», οι μητέρες της Ελσας και του Παύλου, όταν τελετουργούν τη δική τους Νέκυια. Σε έναν σκοτεινό τόπο, στα έγκατα της γης, κάτω από ένα πέπλο που σχηματίζει έναν αδιαπέραστο θόλο, στέκονται σε δυάδες τα νεκρά παιδιά, μια νεκρική πομπή σε ένα χθόνιο καρουζέλ. Και πάλι παρεισδύει ένας εφιαλτικός ήχος. Μουσκεμένες ρίζες δέντρων στάζουν πάνω στο πέπλο, ενώ κάπου χαμηλά ένα ρυάκι βρέχει με στύγειο νερό τα ριζά του τύμβου.
Εκείνο τον Απρίλιο η άνοιξη αργούσε. Ο επιτάφιος προπορευόταν. Στον επιτάφιο που μυθολογεί η αφήγηση δεσπόζουν ιπτάμενα ανάμεσα σε κατάμαυρα βράχια τα γιγάντια ομοιώματα της Ελσας και του Παύλου. Δεν πάνε, όμως, για κηδεία, αλλά για γάμο, τιμώντας, θαρρείς, κάποιο καρναβαλικό έθιμο. Οι φορεσιές τους παραπέμπουν σε νυφικό και γαμπριάτικο κοστούμι. Ξανά μια απόκοσμη υπόκρουση διαστίζει τη σκηνή. Τις ψαλμωδίες διαπερνά μια δυσάρεστη ηχητική, που διαχέεται από τα περίεργα άμφια του αδελφού της Ελσας. Ο αλλόφρων ιερουργός, κρατώντας ένα εξαπτέρυγο, σκαρφαλώνει στα βράχια, ενόσω τα ρούχα του πάνω στα οποία είναι ραμμένα διάφορα αντικείμενα της αδελφής του, βγάζουν έναν ανυπόφορο θρηνητικό βόγγο.
Με την ονειρική και μυσταγωγική γραφή του ο Καισαρίδης υφαίνει λεπταίσθητα τελετουργίες μαρτυρικές και καθαρτήριες, όπου αντηχεί ένα αρχαϊκό, ακατεύναστο μοιρολόι. Το βιβλίο του εναρμονίζεται στον ρυθμό ενός ρέκβιεμ, το οποίο σε υποχρεώνει να το ακούσεις με τεταμένη την ψυχή.

