Η θεατρικότητα που αντανακλά η σειρά των νεοκλασικών ερειπίων της οδού Κορίνης διαχέει μια αίσθηση σχεδόν ψευδαισθητική. Η μικρή οδός Κορίνης συναντά την πλατεία Κουμουνδούρου και είναι δρόμος παλαιότατος συνυφασμένος με όλον εκείνον τον αστικό ιστό που γεννήθηκε, απλώθηκε και έδεσε στους γύρω δρόμους ήδη από τα χρόνια του Οθωνα.
Μια μικρή εν δυνάμει πρωτεύουσα μέσα στην πρωτεύουσα ήταν ο άξονας της οδού Πειραιώς, κυκλώνοντας την πλατεία Κουμουνδούρου στην ευθεία προς την πλατεία Ομονοίας, που τα πρώτα χρόνια ήταν ακόμη αδιαμόρφωτη. Αρχοντικά σπίτια μιας υψηλής αστικής στάθμης είχαν αρχίσει να χτίζονται ήδη από τη δεκαετία του 1830. Ο πρώιμος, ευανάγνωστος κλασικισμός του 1840 και του 1850, αποκτούσε σταδιακά γείτονες της ώριμης γραφής του 1880-1900. Η αθηναϊκή σχολή σε αλυσιδωτές εκδοχές άφηνε εκείνη την επίγευση της πληρότητας.

Καθώς παρατηρούσα την ερειπωμένη φρίζα της οδού Κορίνης, αρθρωμένη κατά μήκος της οδού σε τρία διαδοχικά σπίτια, είχα την εντύπωση ότι ήμουν μάρτυρας των καταλοίπων μιας πολεμικής επιχείρησης. Τα τρία σπίτια στη σειρά, ενωμένα στον θάνατο, ήταν λείψανα εκείνων των οικοδομικών φάσεων της ώριμης φάσης του κλασικισμού, ο οποίος είχε διαμορφώσει και την ημικυκλική στεφάνη της πλατείας Κουμουνδούρου. Ο σημερινός διαβάτης θα συναντήσει σκορπισμένα τα ίχνη μιας αστικής αναλαμπής, που πλέον απλώς τρεμοσβήνει στην οθόνη του νου.
Η οδός Κορίνης έχει αυτήν τη δυνατότητα να μας οδηγεί στη σκηνή μιας αισθητηριακής ψευδαίσθησης. Στα μάτια μου είχα μια αθηναϊκή Παλμύρα, με τους κίονες, τα υπέρθυρα, τις κορνίζες, τη θρυμματισμένη ύλη και την εικονοποιητική, ορμητική δύναμη της φαντασίας να ορίζουν έναν, νέο πλέον, τόπο. Εναν «τόπο» έβλεπα μπροστά μου.
Τα τρία αυτά σπίτια, συγγενή ως προς τη μορφολογία, τη στόχευση, τη φιλοδοξία, την αισθητική, τον όγκο και τη βαθιά εγγεγραμμένη αθηναϊκότητα, προς άλλα γειτονικά σωζόμενα κτίρια στην οδό Ευριπίδου ή στις οδούς Σαχτούρη, Κραναού ή Κριεζή, συνιστούν ένα μνημειακό σύνολο.

Στέκονται διαδοχικά στους αριθμούς 6, 8 και 10 της Κορίνης και μπορεί να φανταστεί κανείς ότι θα αποτελούσαν σύνολο με συνεχόμενα και απέναντι ευρισκόμενα διώροφα σπίτια της αθηναϊκής μπελ επόκ, πριν αυτά κατεδαφιστούν. Ως τόπος κατοικίας, η περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου έφθινε διαρκώς αλλά και ώς τα πρώτα ακόμη μεταπολεμικά χρόνια υπήρχαν κάποιες παλιές οικογένειες.
Το σπίτι στον αριθμό 10 είναι νεοκλασική διπλοκατοικία. Η πρόσοψη, όπως και των γειτονικών σπιτιών, έχει υποστεί μερική κατάρρευση και το εσωτερικό έχει βουλιάξει. Ωστόσο, η σύνθεση μελών της πρόσοψης οδηγούν το μυαλό να διαβάσει μια θαυμάσια σύνθεση, σύμμειξη του ιταλικού και του αθηναϊκού τύπου, με αετώματα, νεοαναγεννησιακές αναφορές, φεγγίτες, παραστάδες, ροζέτες, φουρούσια και κιγκλιδώματα.
Ολο το αισθητικό λεξιλόγιο του ώριμου και απελευθερωμένου, πλέον, κλασικισμού της Αθήνας βρίσκεται εκεί, σε αυτήν την τραυματισμένη πρόσοψη. Το μεσαίο σπίτι, στον αριθμό 8, είναι η τυπική διώροφη αθηναϊκή κατοικία, με εξαίρετο εξώστη υποστηριζόμενο από τρεις μαρμάρινους κιλλίβαντες και κάγκελα με ανάπτυξη ελίκων και κανίστρων στο σχέδιό τους. Ενα και μόνο ακροκέραμο έχει μείνει σχεδόν άθικτο στη στέγη. Και παρατηρεί τους διαβάτες σαν μοναχικό πουλί. Ενας «οφθαλμός» στον τύμβο της οδού Κορίνης.

Ποιo να είναι το μέλλον αυτών των αστικών ερειπίων άραγε; Οποιο και να είναι, ακόμη και αν πάρουμε την πιθανότερη εκδοχή, δηλαδή της μελλοντικής αποκατάστασης των όψεων και της ανέγερσης νέων κτιρίων από πίσω, είναι βέβαιον πως έχουμε ήδη καταγεγραμμένη την απώλεια της αυθεντικότητας. Σήμερα, ανάμεσα στα χάσματα των αρμών, με υπόκωφους κραδασμούς, τριξίματα, πτώσεις και κατακρημνίσεις, ακούγεται κάτι σαν ψίθυρος αυτής της αθηναϊκής «Παλμύρας».

