«Θα πεθάνουμε όλοι και αυτή η γ…η κουζίνα θα είναι εκεί…». Και τα σπίτια τους που μοιάζουν με μικρή φυλακή και τα θαμπά όνειρα και οι τεμαχισμένες ζωές τους και η μυρωδιά της τηγανίλας από τα ψάρια εμποτισμένη στο δέρμα τους, όλα εκεί θα είναι, σαν να μην πέρασε ο χρόνος ποτέ, σαν να μην έζησαν αυτές τις ανούσιες, τελματωμένες, χωρίς προοπτική, ζωές. Oχι, δεν είναι μεταλλωρύχοι, ούτε εργάτες ναυπηγείων. Είναι μάγειροι, αρχιμάγειρες, σερβιτόρες και σεφ με αστέρι Michelin.
Δεκατέσσερις ηθοποιοί διαφορετικών εθνικοτήτων, σε ρόλους που συστήνουν μια από τις πιο δυναμικές παραστάσεις της φετινής θεατρικής σεζόν. Στη σκηνική και δραματουργική «Κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή, του Μιχάλη Πητίδη και του Πρόδρομου Τσινικόρη, ένα θεατρικό μείγμα βράζει σε χύτρες υψηλών ταχυτήτων και πυροδοτεί εντάσεις που καθηλώνουν τον θεατή, ως προς το διαχρονικό νόημα που αποκτά ο σύγχρονος όρος του burnout, αυτής της εργασιακής εξουθένωσης, της συναισθηματικής και ηθικής εξόντωσης του εργαζομένου, της απαλοιφής κάθε ίχνους ελευθερίας και αξιοπρέπειας.
Το ρεύμα του ’50
Η «Κουζίνα» του Aρνολντ Γουέσκερ (1956) εντάσσεται στην αισθητική κίνηση του «kitchen sink realism», ένα ρεύμα που εμφανίστηκε στη Βρετανία τη δεκαετία του ’50 και αφορά θεατρικά, τηλεοπτικά ή κινηματογραφικά έργα εστιασμένα στις εργασιακές συνθήκες κυρίως της εργατικής τάξης. Η ελληνική διασκευή αντλεί μοτίβα συνδυαστικά από διάφορες θεατρικές και κινηματογραφικές εκδοχές αυτής της θεματικής, όπως το μεξικανικό φιλμ «La Cocina» (2024), όπου το μοτίβο της έκτρωσης αποτελεί κυρίαρχο θεματικό υλικό.
Το σκηνικό στήνεται από την Ελένη Στρούλια σχεδόν στα «έγκατα της γης», στον υπερθερμασμένο ημιυπόγειο χώρο του λονδρέζικου, παριζιάνικου ή άλλης πόλης εστιατορίου, σκοπίμως απροσδιόριστης. Ο θεατής σταδιακά έχει την αίσθηση ότι «όλος ο κόσμος είναι αυτή η κουζίνα» και ότι οι συνθήκες εργασίας σε όλες τις κουζίνες αυτού του κόσμου είναι το ίδιο εξουθενωτικές και ψυχοπιεστικές, αφόρητα κλειστοφοβικές.
Ο Κουτλής σκηνοθέτησε το χάος που επικρατεί σε αυτήν την «Κουζίνα», έδωσε ρυθμό στο ασύμμετρο, οργάνωσε το ανοργάνωτο, «κούρδισε» τον θόρυβο που προκαλούν τα κουζινικά σκεύη, τα πιάτα, τα ποτήρια, τα μαχαιροπίρουνα, «κούρδισε» και τις διαφορετικές γλώσσες των μαγείρων, τονίζοντας την πολυπολιτισμική χροιά τους, αν και σε ορισμένα σημεία οι ηχηρές φωνές των ηθοποιών ξεφεύγουν από τον συντονισμό και διαπλέκονται, με τρόπο που εισδύει η μία στην άλλη, εντείνοντας υπερβολικά τη φασαρία του συνόλου. Σκηνοθέτησε μια παράσταση υψηλής έντασης, εκρηκτικού υποκριτικού ρυθμού, ένα σύνθετο σκηνικό θέαμα.
Ο σκηνοθέτης έδωσε ρυθμό στο ασύμμετρο, οργάνωσε το ανοργάνωτο, «κούρδισε» τον θόρυβο που προκαλούν τα κουζινικά σκεύη, τα πιάτα, τα ποτήρια, τα μαχαιροπίρουνα.
«Γρήγορα, γρήγορα κι ας είναι σκατά!» είναι το σύνθημα των μαγείρων όταν οι στιγμές εκτόνωσης και ψυχικής αποφόρτισης οδηγούν στη διάλυση της όποιας τάξης, και είναι ακριβώς αυτές οι σκηνές ξέφρενης θεατρικότητας όπου άνθρωποι και αντικείμενα γίνονται όλα μπάχαλο. Αρτιος σκηνοθετικός χειρισμός. Μια πληθωρική παράσταση με πολλές βωμολοχίες, χειρονομίες, κωμικές σφήνες και κινησιολογικά σημαινόμενα, αλλά και κάποιες αποκλίσεις σε στιγμές μελό, ή σε περιττές σκηνές όπως του άστεγου φιλοσόφου, οι οποίες ωστόσο λειτούργησαν ως αντίβαρο στο ιδεολογικό φορτίο ενός έργου που κινδύνευε να θεωρηθεί ξεπερασμένο.
Το σκηνικό σύμπαν
Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου απέδωσαν ποιητικές πινελιές στις εναλλαγές των φωτοσκιάσεων, υποκαθιστώντας και την αλλαγή σκηνικού σε κομβικά σημεία της δράσης. Ο Πάνος Εμμανουηλίδης δημιούργησε ένα σύγχρονο «sound design», με τη μουσική να υπογραμμίζει διαρκώς τη σκηνοθετική στόχευση, να εντείνει τον σχεδόν κινηματογραφικό ρυθμό, την εναλλαγή των πλάνων, τη φρενήρη υποκριτική, με προφανές ωστόσο και το ζητούμενο να μην κουραστεί ο θεατής. Ο Μιχάλης Σαράντης στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Πολωνού σεφ Αντρέι είναι το κέντρο βάρους όλης της παράστασης και στην ερμηνεία του τέμνονται κάθετες και οι εξαιρετικές ερμηνείες των υπόλοιπων ηθοποιών, όπως του Γιώργου Κατσή, του Χρήστου Σαπουντζή, της Ιωάννας Δεμερτζίδου, του Πολύδωρου Βογιατζή, καθώς απέφυγαν τους κινδύνους της τυποποίησης και της σχηματοποίησης των δεύτερων ρόλων.
Ενα πληθωρικό ανέβασμα με πολλές βωμολοχίες, χειρονομίες, κωμικές σφήνες και κινησιολογικά σημαινόμενα, αλλά και κάποιες αποκλίσεις σε στιγμές μελό.
Τι ονειρεύονται τα δραματικά πρόσωπα της «Κουζίνας»; Τίποτα. «Θέλω να γυρίσω ένα βράδυ στο σπίτι μου και να μη θέλω να κάνω εμετό τις σκέψεις μου», απαντούν κυνικά στην ερώτηση «τι ονειρεύονται» όταν οι φούρνοι σβήνουν και οι πελάτες φεύγουν.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

