MICHAEL KIMBALL
Ο Μεγάλος Ρέι
μτφρ.: Ακης Παπαντώνης
εκδ. Κίχλη, σελ. 240
Ο Μεγάλος Ρέι, ο «νοσηρά παχύσαρκος» και βαθιά κακοποιητικός πατέρας του αφηγητή, δεν στοιχειώνει απλώς το παρελθόν του· οργανώνει και τη μορφή του ίδιου του βιβλίου. Τα σχεδόν πεντακόσια σύντομα θραύσματα που συνθέτουν το μυθιστόρημα δεν συνιστούν αισθητικό ιδιόρρυθμο ή μοντερνιστική επίδειξη, αλλά αφηγηματική απάντηση για κάποιον που αδυνατεί να σκεφτεί ενιαία τον εαυτό του. Η θραυσματικότητα δεν αντιστοιχεί απλώς στη λειτουργία της μνήμης, αλλά σε μια βαθύτερη αδυναμία σύνθεσης. Ο Κίμπαλ δεν επιχειρεί να ανασυστήσει τον πατέρα του ως συνεκτικό πρόσωπο, ούτε να οργανώσει το παρελθόν σε μια γραμμική πορεία από το τραύμα προς την κατανόηση. Αντίθετα, κάθε παράγραφος λειτουργεί ως αυτόνομη μονάδα έντασης, σαν επαναλαμβανόμενη απόπειρα προσέγγισης που καταρρέει πριν αποκτήσει συνοχή. Το βιβλίο δεν προχωράει· συσσωρεύεται, όπως συσσωρεύεται και η αίσθηση ότι το παρελθόν δεν παύει να επιδρά στο παρόν.
«Μερικές φορές προσπαθώ να υπολογίσω πόσο διαφορετικός θα ήμουν αν ο πατέρας μου μού είχε φερθεί καλύτερα. Θα προσπαθούσα άραγε τόσο σκληρά όσο προσπαθώ; Θα ήμουν άραγε πιο ευτυχισμένος από ό,τι είμαι τώρα; Θα είχα άραγε άλλη γυναίκα; Θα είχα άραγε παιδιά αντί για γάτες; Θα είχα γίνει άραγε δάσκαλος αντί για συγγραφέας; Θα είχα μετακομίσει άραγε μακριά από το πατρικό μου; Θα ήμουν άραγε περισσότερο δυστυχής, αλλά λιγότερο διαλυμένος;».
Πού τελειώνει η πατρική επιρροή και πού αρχίζει η αυτονομία του συγγραφέα; Οι υποθετικές εναλλακτικές ζωές που απαριθμεί –άλλη γυναίκα, παιδιά αντί για γάτες, δάσκαλος αντί για συγγραφέας– δεν λειτουργούν ως εύκαιρο παιχνίδι φαντασίας, αλλά ως ενδείξεις μιας ταυτότητας που αδυνατεί να οριστεί θετικά. Παρατηρήστε ότι ακόμη και αυτή η ιδιότητα του συγγραφέα δεν παρουσιάζεται ως ελεύθερη επιλογή, αλλά ως πιθανή έμμεση συνέπεια της πατρικής σχέσης. Κάθε στοιχείο της βιογραφίας του φέρει τη σκιά μιας ερώτησης: Αν ο πατέρας μου ήταν διαφορετικός, θα ήμουν κι εγώ;
«Είναι τόσο ισχυρή η προδιάθεση να αγαπήσεις τον πατέρα και τη μητέρα σου, είτε το θέλεις είτε όχι – κι εγώ ήθελα στ’ αλήθεια να αγαπάω τον πατέρα μου. Δεν ήθελα να τον κατηγορώ. Ηθελα να τον συγχωρήσω. Ηθελα να είμαι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που όντως αγαπάνε τον πατέρα τους».

Η αφοπλιστική παραδοχή του Κίμπαλ ότι ήθελε να αγαπά τον πατέρα του μετατοπίζει αποφασιστικά το βάρος της αφήγησης. Δεν έχουμε απλώς έναν συγγραφέα που αναμετριέται με το τραύμα, αλλά έναν άνθρωπο που προσπαθεί να εκλογικεύσει μια επιθυμία βαθιά παράλογη: να αγαπήσει εκείνον που τον κακοποίησε. Η αγάπη εδώ δεν εμφανίζεται ως φυσικό, αυθόρμητο συναίσθημα, αλλά ως κανονιστική επιταγή, ως μια σχεδόν βιολογική και κοινωνική προδιάθεση που προηγείται της εμπειρίας και αντιστέκεται σε αυτήν. Η επιθυμία για συγχώρεση δεν πηγάζει από ηθική ανωτερότητα, αλλά από την ανάγκη ένταξης σε μια αφήγηση κανονικότητας, σε έναν κόσμο όπου η πατρική φιγούρα μπορεί –και πρέπει– να αγαπηθεί.
«Αν βγάλεις ένα γράμμα από τη λέξη “νεκρός” γίνεται “μπαμπάς”», μεταφράζει ο Ακης Παπαντώνης το παίγνιο ανάμεσα στο «dead» και «dad».
Το ύφος του Κίμπαλ σε πολλά σημεία γίνεται βιτριολικά χιουμοριστικό. Το χιούμορ, όμως, δεν λειτουργεί ως εκτόνωση ούτε ως αποστασιοποίηση από το τραύμα, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης. Η ειρωνεία, συχνά αυτοϋπονομευτική, επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει για το άλγος της κακοποίησης χωρίς να εγκλωβιστεί σε ένα τέλμα σοβαροφάνειας. Το σκώμμα δεν ακυρώνει ούτε κανονικοποιεί τη βία· τη φωτίζει λοξά, αποκαλύπτοντας την παραδοξότητά της και, ταυτόχρονα, την αδυναμία του αφηγητή να αποδεσμευτεί πλήρως από αυτήν. Το χιούμορ του, οριακά απελπισμένο, δεν μαρτυρεί απόσταση ή κυνισμό, αλλά την αίσθηση μιας ντροπιαστικής εγγύτητας.
Το αδιέξοδο
Η φράση «εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει» συμπυκνώνει το αδιέξοδο: τη στυγνή συνειδητοποίηση ότι αγάπη και βία δεν συγκροτούν πάντα διακριτές κατηγορίες. Η νοσταλγία δεν αναιρεί την κακοποίηση, αλλά ούτε και η κακοποίηση εξαλείφει την επιθυμία για πατρική αναγνώριση. Ο «Μεγάλος Ρέι» δεν προσπαθεί να επιλύσει αυτή την πολυεπίπεδη αντίφαση· την εκθέτει. Προτάσσει ένα βαθύτερο ερώτημα: Αν η ταυτότητα έχει διαμορφωθεί μέσα από ένα τραυματικό πλέγμα σχέσεων, πώς ακριβώς πραγματώνεται η ελευθερία;
Αυτό που κερδίζει ο συγγραφέας δεν είναι η λύτρωση, αλλά η διαύγεια. Η γραφή μπορεί να μη θεραπεύει αλλά ιχνηλατεί, έτσι όπως φανερώνει τα όρια, ακόμη και των πιο ειδεχθών καταστάσεων. Το βιβλίο διαβάζεται σχεδόν απνευστί, γιατί αποτυπώνει με αμείλικτη διαύγεια έναν κατεξοχήν μυθοπλαστικό χώρο: το μεσοδιάστημα ανάμεσα στην εξομολόγηση και στο «βλέμμα από την κλειδαρότρυπα». Ταυτόχρονα, η ίδια η πράξη της αφήγησης συνιστά έμπρακτη αναίρεση της αποσιώπησης· όχι με όρους μελοδραματικής αποκάλυψης, αλλά ως αντίσταση στην εσωτερίκευση του τραύματος.

