Εχοντας συμμετάσχει δύο φορές (2012, 2022) σε επιτροπή των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, καταλαβαίνω πόσο δύσκολη είναι η επιλογή του Μεγάλου Βραβείου. Το να απονέμεις, όμως, σε τέσσερις ανθρώπους (Βιντσέντζο Ρότολο, Ζακ Μπουσάρ, Ρόντρικ Μπήτον, Μόσχο Μορφακίδη-Φυλακτό) την πιο βαρύτιμη διάκριση του θεσμού καταλύει διαμιάς το κύρος της διάκρισης, αλλά και την ίδια τη λογική της βράβευσης. Το Μεγάλο Βραβείο απονεμήθηκε «εξ ολοκλήρου, ισότιμα και από κοινού». Οι προσδιορισμοί μοιάζουν αποκυήματα ευφάνταστης αλχημείας. Η απονομή ενός βραβείου προκύπτει, υποτίθεται, από κρίση και αποτίμηση, που μοιραία συνεπάγονται αποκλεισμούς. Η γενναιοδωρία της επιτροπής, πέρα από αμηχανία, φανερώνει απουσία κριτικής σκέψης και τόλμης. Εκτός και αν το θέμα ήταν να ξεμπερδέψουμε μια και καλή με τους νεοελληνιστές.
Το να απονέμεις σε τέσσερις ανθρώπους την πιο βαρύτιμη διάκριση του θεσμού καταλύει διαμιάς το κύρος της διάκρισης, αλλά και την ίδια τη λογική της βράβευσης.
Εξίσου μισερά αποδείχθηκαν τα βραβεία λογοτεχνικής μετάφρασης. Φαίνεται πως κανένας από τους μεταφραστές λογοτεχνικών έργων δεν άξιζε ολόκληρο βραβείο. Και πάλι τα διλήμματα λύθηκαν διά της πλησμονής. Πολλοί από μισό. Με μισό βραβείο τιμήθηκαν και οι δύο διακριθέντες στην κατηγορία δοκιμίου – κριτικής (Λυκούργος Κουρκουβέλας, Στέφανος Τραχανάς). Τουλάχιστον το βραβείο μυθιστορήματος (Μίνως Ευσταθιάδης) διατήρησε την ακεραιότητά του. Ολοι, λοιπόν, συμφώνησαν να προσπεράσουν τα σπουδαία μυθιστορήματα του Δημοσθένη Κούρτοβικ και της Ιωάννας Καρυστιάνη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει απλώς έλλειμμα κριτικής ικανότητας, αλλά και καλού γούστου.
Ενα άλλο ακέραιο βραβείο, αλλά και αυτό δίχως ακεραιότητα, είναι το βραβείο διηγήματος – νουβέλας που απονεμήθηκε στη Μαρία Μαμαλίγκα. Πραγματικά απορεί κανείς με τις ποιοτικές προτεραιότητες της επιτροπής. Δεν τους άρεσε ούτε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης ούτε ο Αχιλλέας Κυριακίδης; Τόσο εκλεκτικοί; Ευτυχώς εδώ το «ομόφωνα» μετριάστηκε από το «κατά πλειοψηφία».
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας έχουν από καιρό χάσει την αξιοπιστία τους. Ο τίτλος δεν είναι παρά κενό γράμμα, μια τιμή χωρίς αξία, εξαιτίας των χρόνιων αγκυλώσεων του υπουργείου Πολιτισμού, την καφκική διάσταση του οποίου δεν θα έπρεπε να υποτιμάμε. Πρόκειται για ένα σύνθετο δίκτυο καλά εδραιωμένης γραφειοκρατίας, που αναδίδει την απόπνοια ληξιαρχείου. Ο υποβαθμισμένος ρόλος του οφείλεται κατά πολύ στην περιφερειακή θέση που του επιφυλάσσει η κυβερνητική πολιτική. Πρώτα το κράτος καθιστά ανυπόληπτο τον πολιτισμό. Οι υπάλληλοι του υπουργείου τρέμουν μην παραλείψουν καμιά τελεία ή κανένα κόμμα στα μύρια έγγραφα, ενώ δεν τολμούν να εισηγηθούν αυτονόητες αλλαγές, όπως, για παράδειγμα, την κατάργηση του ηλικιακού ορίου στους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας έχουν από καιρό χάσει την αξιοπιστία τους. Ο τίτλος δεν είναι παρά κενό γράμμα, μια τιμή χωρίς αξία, εξαιτίας των χρόνιων αγκυλώσεων του ΥΠΠΟ.
Μία ακόμα κακοδαιμονία του θεσμού είναι το βραβείο για το βιβλίο «που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα». Πιο γελοίο βραβείο δεν θα μπορούσε να εφευρεθεί. Βέβαια, η συγκεκριμένη κατηγορία βολεύει, στο μέτρο που λειτουργεί σαν παράρτημα. Ο,τι έμεινε απέξω, μπορεί να μπει εκεί. Στο κάτω κάτω δεν είναι δύσκολο να βρεθούν ευαισθησίες σε ένα λογοτεχνικό έργο. Ποιος αναίσθητος θα καθόταν να γράψει λογοτεχνία;
Η δουλειά που επωμίζονται τα μέλη της κριτικής επιτροπής έχει ευθύνη και μόχθο. Γι’ αυτό η επιλογή των προσώπων από το υπουργείο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ωστόσο, δεν βρίσκονται εύκολα άτομα για αυτή τη δουλειά, διότι αφενός είναι ψυχοφθόρα και αφετέρου επί της ουσίας απλήρωτη. Με αποτέλεσμα η στελέχωση της επιτροπής να γίνεται από άτομα που διατηρούν μια χαλαρή σχέση με το διάβασμα και τα οποία αποδεικνύονται ακατάλληλα για το συγκεκριμένο καθήκον. Αλλοι δεν διαβάζουν και άλλοι έχουν ήδη διαβάσει. Οι τελευταίοι καταντούν οι χειρότεροι, καθώς προσέρχονται στις συνεδριάσεις με προειλημμένες βραβεύσεις. Το τραγικό είναι πως τα άτομα αυτά συντηρούν μια μακρόχρονη σχέση με τον θεσμό. Απλούστατα, δεν θέλει κανείς να πάρει τη θέση τους.
Η άρνηση
Μια έκπληξη, εξωλογοτεχνική, των βραβείων του 2025 ήταν η απόφαση του πρωτοεμφανιζόμενου Θοδωρή Τσομίδη να αρνηθεί τη βράβευση. Η χειρονομία του θα είχε σημασία ως προς τον συμβολισμό της αν ο νεαρός συγγραφέας δεν φρόντιζε να στείλει εκτενή διακήρυξη του, εφηβικού θα έλεγα, ιδεαλισμού του στη Lifo. Αν ήθελε να περιφρουρήσει την προσωπική του εντιμότητα, διαχωρίζοντας το έργο του από έναν φαύλο θεσμό, θα μπορούσε να το είχε αποσύρει εξαρχής και αθόρυβα από τη διαδικασία, όπως έχουν κάνει κατά καιρούς αρκετοί λογοτέχνες. Τώρα η διακήρυξή του αποπνέει εκπρόθεσμη ευθιξία και συγκαλυμμένη ματαιοδοξία, όσο και αν φαινομενικά διακηρύσσει το ακριβώς αντίθετο, την αποποίηση κάθε οίησης. Αν σου αρκεί η χαρά της δημιουργίας, δεν χρειάζεσαι εκδότη.
Στη λογοτεχνία, όπως και στη ζωή, καθίσταται αδήριτη η ανάγκη της ιεράρχησης και της επιβράβευσης, από τις οποίες κρίνεται η σπουδαιότητα που αποδίδουμε σε ανθρώπους και έργα. Ελπίζω ολόψυχα τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας να ανακτήσουν το κύρος τους. Ο θεσμός δεν πρέπει να γίνει καλύτερος, πρέπει επιτέλους να γίνει καλός, έτσι ώστε οι άξιοι που αναδεικνύει να αξίζουν πραγματικά.

