Με τα νέα του χρώματα, βαθιά ώχρα και τερακότα, ξεχώριζε από μακριά αυτό το αστικό παλάτσο της οδού Αχαρνών. Οικείο και γνώριμο, κλειστό και παροπλισμένο, στέκει στη γωνία της Αχαρνών 55 με την οδό Διδύμου και εκπέμπει τη γοητεία της αισθητικής της δεκαετίας του 1920. Είχε χτιστεί ως νεωτερική κατοικία, σε ρήξη με τον πατροπαράδοτο κλασικισμό της Αθήνας, ένα πείραμα στη μορφή, όχι ρηξικέλευθο, χωρίς αμφιβολία, αλλά σαφές ως προς τη στόχευσή του να είναι σε καθεστώς μορφολογικής απόσχισης. Την οδό Διδύμου, έναν μικρό δρόμο ανάμεσα στη Φερών και στην Ιουλιανού, την είχα αποθησαυρίσει νοερά από την παλιά φωτογραφία που είχε βγάλει ο Στέλιος Σκοπελίτης. Στην απέναντι γωνία της Διδύμου με την Αχαρνών υπήρχε η επιτομή του συνοικιακού νεοκλασικισμού: μονώροφη κατοικία με αγάλματα.
Αυτή η μνήμη παραμένει χρήσιμη για την κατανόηση της αστικής στρωματογραφίας της Αχαρνών, ενός δρόμου με διακριτή ταυτότητα, ένα αμάλγαμα της Μιχαήλ Βόδα και της Αριστοτέλους, με εντονότερη αίσθηση λεωφόρου μεικτών χρήσεων και διαταξικής παρουσίας. Το βλέμμα πάνω στο φρεσκοβαμμένο, και όχι πλήρως αποκατεστημένο, αρχοντικό της Αχαρνών 55 με οδηγούσε σε εκείνο το κλίμα του 1918-1928, με όλες εκείνες τις ρηγματώσεις και τις συσπειρώσεις στον ψυχισμό των Ελλήνων, αλλά και την έξοδο προς μια ταχύτατη αστικοποίηση.

Ηρωική είναι η γενιά των κτιρίων της δεκαετίας του 1920. Των αστικών σπιτιών που σήκωσαν το βάρος της μετάβασης σε μια περισσότερο μητροπολιτική συνθήκη. Αλλαζε η Αθήνα λίγο λίγο μετά τους Βαλκανικούς και κυρίως μετά το 1922, άλλαζε και η Θεσσαλονίκη μετά το 1917 σε μια παράλληλη πορεία ριζικής αναμόρφωσης του αστικού χώρου στην Ελλάδα.
Οσα μας έχουν διδάξει οι μελετητές της Αθήνας για την περίοδο από τον κλασικισμό στον μοντερνισμό, ας πούμε από το 1910 έως το 1930, τα βλέπουμε σε όλους τους δρόμους των παλαιών αστικών συνοικιών από τον Κολωνό και τον Λόφο Σκουζέ ώς το Κολωνάκι και την Πατησίων, σε μια πανσπερμία που μεθάει τις αισθήσεις όταν κατανοήσεις τον θησαυρό που υπάρχει ακόμη εκεί, έστω με απώλειες, ως κοίτασμα.

Πολλά, πάμπολλα, από αυτά τα υβριδικά εν πολλοίς κτίρια είχαν αρχίσει να τα κατεδαφίζουν μαζικά πριν παλιώσουν καλά καλά, και δεν είναι λίγα τα παραδείγματα κτιρίων του 1920 που γκρεμίστηκαν πριν από το 1970-75. Δεν τα είχαν κατανοήσει, δεν πρόλαβαν να τα εκτιμήσουν και να τα αγαπήσουν.
Σε μια ιστορική καμπή της Αθήνας, η δεκαετία του 1920 μας έχει κληροδοτήσει μια βεντάλια από προσφυγικά χαμόσπιτα έως μεγαλοαστικές μονοκατοικίες. Τα προάστια των αστών (Ψυχικό, Εκάλη, Γλυφάδα, Κυπριάδου) γεννιούνται τότε μαζί με την Καισαριανή, τον Βύρωνα, τη Νέα Ιωνία και τη Νίκαια. Αυτή η κοσμογονία που καλλιεργούσε νέες δεξαμενές υποδοχής νέων ιδεών και που γεννούσε νέα κινητικότητα, έφερνε τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, συχνά από σπουδαγμένους στη Γαλλία ή στη Γερμανία Ελληνες αρχιτέκτονες. Αυτοί έχτιζαν τα νέα σπίτια των μεσοαστών στις κεντρικές «καλές» συνοικίες. Αυτούς αντέγραψαν οι εμπειροτεχνίτες. Ενας νέος τρόπος φιλτραρίστηκε λίγο λίγο μαζί με τα νέα υλικά από τα γραφεία των αρχιτεκτόνων στα συνεργεία και στη μαστοράντζα.

Ο Μάνος Μπίρης, που μεταξύ άλλων έχει γράψει το κλασικό έργο «Μισός αιώνας αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, 1875-1925» (εκδ. Μέλισσα), στο οποίο εξηγεί και όσα συνέβησαν μετά το 1918-1920, φέρνει στη συζήτηση και την επίδραση των Μικρασιατών, οι οποίοι έφεραν «απειράριθμους νεωτερικούς ρυθμούς». Αυτό το αισθητικό και ιδεολογικό χαρμάνι, αποτυπωμένο στις προσόψεις αστικών και λαϊκών σπιτιών, με ξέφτια της αρ νουβό ή του Jugendstil, με σπαράγματα της αρ ντεκό, και προπαντός με εκείνη την αυθόρμητη συνθετική χάρη των μαστόρων, μας έχει κληροδοτηθεί ως μια παρακαταθήκη που για πολλά χρόνια είχε υποτιμηθεί.

