Τίποτε δεν ήταν εύκολο, τουλάχιστον μέχρι μια ορισμένη εποχή, στη ζωή της Ελένης Αρβελέρ.
Προσφυγοπούλα, γεννημένη στον Βύρωνα το 1926, το έκτο και τελευταίο παιδί μιας οικογένειας με ρίζες στα Μουδανιά (ο πατέρας) και στην Κωνσταντινούπολη (η μητέρα), μεγαλώνει στα δύσκολα εκείνα χρόνια πάντα στη γειτονιά του Βύρωνα, με τον πατέρα της να ασχολείται με το εμπόριο και τη μητέρα της, που προερχόταν από εύπορη οικογένεια, να προσπαθεί να οργανώσει το προσφυγικό σπιτικό. Η ίδια ήταν πολύ καλή μαθήτρια στο δημοτικό και στη συνέχεια -έχοντας πάντοτε την αμέριστη φροντίδα της οικογένειας, όσο και όπου ήταν δυνατό-, φοίτησε στο πολύ γνωστό Δ΄ Γυμνάσιο Θηλέων στο Παγκράτι.
Τα σκοτεινά χρόνια της κατοχής, για τα οποία μας έχει προσφέρει πολλές σαγηνευτικές διηγήσεις, συχνά με «δύσκολες» λεπτομέρειες στα πολλά κατά τεκμήριο αυτοβιογραφικά άρθρα και βιβλία της (λχ. Από μένα αυτά…, Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου, Πατάκης, Αθήνα 2021· «Οι ταγοί στοχεύουν στα ανόσια», εφημ. Το Βήμα, 5-12-2004 κ.ά.), διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και βίωσε πάρα πολλά, ειδικά στα Δεκεμβριανά, τα οποία όχι μόνον της διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα, αλλά και συνέβαλαν καίρια στη γενικότερη ιδεολογική προσέγγιση των πραγμάτων στα χρόνια που ακολούθησαν.
Το 1945 η Αρβελέρ έδωσε εξετάσεις και πέτυχε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ίδια έχει εξομολογηθεί ότι επιθυμούσε να φοιτήσει στο Πολυτεχνείο και να ακολουθήσει στη συνέχεια το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού· όμως η πολύ στενή οικονομική κατάσταση της οικογένειας σχεδόν την οδήγησε προς τη Φιλοσοφική Σχολή, για την οποία ουσιαστικά, σε πλήρη αντίθεση με το Πολυτεχνείο, δεν χρειαζόταν προπαρασκευαστικό φροντιστήριο. Και κάτι διόλου αμελητέο· το 1945 μπορούσες να γραφτείς σε ανώτατη σχολή χωρίς να απαιτείται το περίφημο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, καθεστώς που άλλαξε άρδην τα αμέσως επόμενα χρόνια, όπως είναι ευρέως γνωστό. Η ίδια έχει κάνει λόγο, κι όχι μόνο μια φορά, για την τύχη που τη βοήθησε την κρίσιμη εκείνη χρονική στιγμή αλλά και αργότερα κατά την παρισινή περίοδο της ζωής της.
Στη Φιλοσοφική Σχολή ακολούθησε την ιστορική-αρχαιολογική κατεύθυνση, καθώς από ενωρίς είχε σχεδόν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της η μελέτη και η έρευνα της Ιστορίας. Εκεί γνώρισε τον Διονύσιο Ζακυθηνό (1905-1993), καθηγητή της Βυζαντινής Ιστορίας, φυσιογνωμία εμβληματική, από τις μεγαλύτερες διεθνώς μορφές της Βυζαντινολογίας, ο οποίος όχι μόνον την επηρέασε αλλά ουσιαστικά ήταν εκείνος που την κατηύθυνε προς τη μελέτη του Βυζαντίου. Χάρη στο ενδιαφέρον και την παρότρυνσή του η Αρβελέρ, αφού εργάστηκε για ένα χρονικό διάστημα, μετά την αποφοίτησή της, στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών του ζεύγους Μερλιέ, έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.
Στο Παρίσι
Αναμφίβολα το Παρίσι άλλαξε τη ζωή της. Υπό την καθοδήγηση ενός άλλου εξίσου εμβληματικού βυζαντινολόγου, χαρισματικού δασκάλου και προσωπικού φίλου του Ζακυθηνού, του Paul Lemerle (1903-1989), η Αρβελέρ μυήθηκε στα βυζαντινά πράγματα. Παρακολούθησε τα μαθήματα του Lemerle στην ονομαστή École Pratique des Hautes Études, όπου διακρίθηκε τόσο για την κριτική της οξυδέρκεια όσο και για την εντυπωσιακή γνώση των βυζαντινών πηγών. Τότε είδε το φως της δημοσιότητας η πρώτη καθαρά βυζαντινολογική της μελέτη για τον όρο επιτέλεια στα έγγραφα της μονής Λεμβιώτισσας της Σμύρνης (περ. Byzantion 24 [1954] 71-93 και 25-26-27 [1957] 369-372). Οι γνώσεις της και τα ερευνητικά της προσόντα εκτιμήθηκαν αμέσως με αποτέλεσμα το 1955 η Αρβελέρ να εισέλθει ως ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS).
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθούν στο σημείο αυτό οι κατευθύνσεις και οι αρχές της επιστημονικής ταυτότητας που χάραξε για τον εαυτό της από πολύ ενωρίς η Αρβελέρ. Μετά τις πρώιμες εργασίες της που αφορούν στην κοινωνική και οικονομική ιστορία, στρέφεται προς τη διοικητική διάρθρωση του βυζαντινού κράτους, όπως δηλοποιεί η διδακτορική της διατριβή 3ου κύκλου, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα, με τίτλο Recherches sur l’administration de l’empire byzantin aux IXe-XIe siècles (Αθήνα-Παρίσι 1960), η οποία αποτελεί έκτοτε μονογραφία αναφοράς για τους ερευνητές. Οι μελέτες προς την κατεύθυνση αυτή συνεχίστηκαν με αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις και επιστέγασμα την εμφάνιση το 1966 του μεγάλου βιβλίου της αφιερωμένου στην ιστορία και την εξέλιξη του βυζαντινού ναυτικού: Byzance et la mer (Παρίσι 1966).
Η εκλογή της στην έδρα της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, ως διαδόχου του Lemerle (1967), δηλωτική της ήδη μεγάλης επιστημονικής της καταξίωσης, δεν έφερε προσκόμματα, το αντίθετο μάλιστα, στη συγγραφική της δραστηριότητα. Έτσι, την ίδια περίπου χρονική περίοδο δημοσιεύει μια ακόμη ιδιαίτερης σημασίας εκτεταμένη μονογραφία με άξονα την περιοχή της Σμύρνης, όπου δηλοποιείται το μεγάλο ενδιαφέρον της Αρβελέρ για την ιστορία και τη γεωγραφία ειδικά του μικρασιατικού κόσμου (περ. Travaux et Mémoires 1 [1965] 1-204). Με την εν λόγω συμβολή αλλά και με μια πλειάδα άλλων που θα ακολουθήσουν για ποικίλες πτυχές του βυζαντινού κόσμου η Αρβελέρ άνοιξε τον δρόμο για καινούργιες, απόλυτα καινοτόμες προσεγγίσεις αναφορικά με τις βασικές προϋποθέσεις των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θεμελιώνοντας την έρευνα για την Ιστορική Γεωγραφία του Βυζαντίου. Χάρη στις εντυπωσιακές διοικητικές της ικανότητες επέβαλε την ‘παρουσία’ της Ιστορικής Γεωγραφίας σε διεθνή fora, συντονίζοντας και ενισχύοντας μέσω της Fondation Européenne de la Science τη σχετική έρευνα, την οποία μάλιστα επεξέτεινε ώστε να καλύψει ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη.
Αν η διοίκηση του Βυζαντίου, η Μικρά Ασία και η Ιστορική Γεωγραφία αποτέλεσαν πάντα τους κύριους ερευνητικούς άξονες της Αρβελέρ, η πολιτική ιδεολογία και σκέψη του βυζαντινού κόσμου την απασχολούσε για μεγάλο διάστημα· καρπός του προβληματισμού της ήταν ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο γύρω από την πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (L’idéologie politique de l’Empire byzantin, Παρίσι 1975), το οποίο μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες (και στα Ελληνικά, 1997), για να αποτελέσει με τη σειρά του βιβλίο αναφοράς.
Θα ήταν ασφαλώς ιδιαίτερα ελλιπής η βιβλιογραφική θεώρηση του έργου της Αρβελέρ, αν δεν γινόταν λόγος για τα πολυάριθμα βιβλία της που εκδόθηκαν αποκλειστικά στα Ελληνικά. Από αυτά θα ξεχώριζα ασφαλώς το βιωματικό Γιατί το Βυζάντιο (Αθήνα 2009), που οφείλεται σε μια ιδέα του Χρήστου Λαμπράκη και γράφτηκε για να δώσει τις δέουσες απαντήσεις στο ελληνικό κοινό σχετικά με την ταυτότητα και το ιστορικό βάρος του βυζαντινού κόσμου. Και ακόμη, το εξίσου βιωματικό αν όχι βιωματικότερο, ωραιότατα τυπωμένο και με τίτλο που λέει πάρα πολλά για την ίδια αλλά και για όλους εμάς: Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού (Αθήνα 2021).
* Ο Αθανάσιος Μαρκόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπήρξε μαθητής της Ελένης Αρβελέρ.

