Ο ποιητής του «Λάζαρου»
Της ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΑΣ ΚΑΝΤΖΙΑ
Το ποίημα «Λάζαρος» που ακούγεται στο Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα ήταν το τελευταίο που έγραψε ο Δημήτριος Καπετανάκης (1912-1944) λίγο πριν πεθάνει στο νοσοκομείο Westminster του Λονδίνου, χτυπημένος από λευχαιμία, στα 32 του χρόνια. Αποκομμένος από τους δικούς του στην Ελλάδα, στρατολογημένος στην υπηρεσία Τύπου της εξόριστης κυβέρνησης, με τη φροντίδα νέων φίλων από τον ευρύτερο κύκλο της ομάδας του Bloomsbury, έδινε τον τελευταίο του αγώνα σε πολλαπλά μέτωπα: για την εξάλειψη της ναζιστικής απειλής, για μια νέα δυναμική στις πνευματικές σχέσεις ανάμεσα σε έθνη και πολιτισμούς, για έναν εναλλακτικό μοντερνισμό με κοινωνικό και μεταφυσικό υπόβαθρο, για την προβολή των ελληνικών γραμμάτων στον αγγλόφωνο κόσμο, για τον έρωτα και τη φιλία.

Ο Καπετανάκης βρέθηκε στην Αγγλία (και πρώτα στο Cambridge) στις παραμονές του πολέμου ως υπότροφος του Βρετανικού Συμβουλίου. Αυτός ήταν και ο τελευταίος σταθμός μιας μακράς πορείας εκτοπισμών που εγκαινιάζεται το φθινόπωρο του 1922, με τον πρώτο ξεριζωμό από τη Σμύρνη. Ως νεαρός φοιτητής φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας και φιλολογίας στην Ελλάδα και αργότερα στη Γερμανία, μαθητεύει σε επιφανείς δασκάλους: τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Ιωάννη Συκουτρή, τον Karl Jaspers, τον Rudolf Fahrner. Υπό την εποπτεία του Jaspers εκπονεί και τη διδακτορική του διατριβή Έρως και χρόνος (Liebe und Zeit, 1936) – ένα τολμηρό διεπιστημονικό εγχείρημα όπου η ανάγνωση του πλατωνικού Φαίδρου μεσολαβείται από τη φιλοσοφία του Κίρκεγκωρ και την Αναζήτηση του Προυστ. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αρχίζει να γίνεται γνωστός χάρη στα δοκίμιά του και στις διαλέξεις που κάνει στον φιλολογικό σύλλογο «Ασκραίος». Συνεργάζεται ακόμα με τα Νέα Γράμματα και τα Νεοελληνικά Γράμματα, παρότι μια κάποια μεταφυσική διάσταση στη σκέψη του τον κρατά σε ελαφρά απόκλιση από τον κύκλο Καραντώνη-Κατσίμπαλη-Σεφέρη. Μεγαλύτερη πνευματική συγγένεια και φιλία τον δένει με έναν άλλον ποιητή-φιλόσοφο της γενιάς του (πολύγλωσσο κι αυτόν και πρόωρα χαμένο), τον Γιώργο Σαραντάρη.
Στην τελευταία περίοδο της ζωής του Καπετανάκη στην Αγγλία, η γνωριμία και φιλία του με τον εκδότη John Lehmann, που προέρχεται από μια διανοητική παράδοση με κοινωνικό (αρχικά μαρξιστικό) προσανατολισμό και διεθνιστικό όραμα, στέκεται καταλυτική. Στα περιοδικά του Lehmann ο ποιητής-φιλόσοφος δημοσιεύει δοκίμια και ποιήματα στην τέταρτη κατά σειρά γλώσσα του, τα αγγλικά, μεσολαβώντας παράλληλα για τη μετάφραση και δημοσίευση άλλων ελλήνων λογοτεχνών της γενιάς του (Σεφέρη, Ελύτη, Κοσμά Πολίτη κ.ά.). Συνδέεται και συνομιλεί με σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων (E. M. Forster, Edith Sitwell, Stephen Spender, Joe Ackerley, George Orwell) και –το θαυμαστό– βρίσκει, έστω πρόσκαιρα, τη θέση του σε ανθολογίες βρετανικής ποίησης.
Κατά τη διάρκεια του μακρού 20ού αιώνα, η συνθήκη του εκπατρισμού ήταν ο κανόνας για πολλούς από τους μεγάλους ευρωπαίους λογοτέχνες και στοχαστές – ο George Steiner αναφέρεται στη σχετική γραμματεία ως «υπερόρια» (extraterritorial). Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις ιδιαίτερες παραμέτρους που διαμορφώνουν κάθε φορά τις περιστάσεις της εξορίας ή της απομάκρυνσης. Σε ποιο βαθμό ήταν οι διαδοχικές μετακινήσεις του Καπετανάκη αποτέλεσμα εξωτερικών συγκυριών; Οι επιλογές του, όσο και αν μοιάζουν με στάδια στην πορεία ενός πνευματικά ανήσυχου νέου, επηρεάζονται εντέλει από απρόβλεπτους παράγοντες. Στη Χαϊδελβέργη, όπου ακολουθεί τα χνάρια των δασκάλων του, γίνεται μάρτυρας ενός νέου πολιτικού και πνευματικού καθεστώτος που επιβάλλεται απότομα με την άνοδο του ναζισμού. Την εμπειρία του την καταγράφει στο όψιμο δοκίμιό του για τον Στέφαν Γκεόργκε, τον γερμανό «πολιτειακό ποιητή» που τον είχε κάποτε σαγηνεύσει. Η επιστροφή του στην Ελλάδα, πάλι, συμπίπτει με την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας. Αυτό, σε συνδυασμό με την απογοήτευσή του από τις εξελίξεις στη Γερμανία τον οδηγεί σε αδιέξοδο. Είναι τότε η περίοδος που σημειώνεται μία τομή στις ελληνοβρετανικές διπλωματικές και πνευματικές σχέσεις με την ίδρυση του Βρετανικού Συμβουλίου και των παραρτημάτων του στην Ελλάδα. Την ίδια ώρα που ο «Ασκραίος» φιλοξενεί διαλέξεις Βρετανών λογοτεχνών και λογίων, εγκαταστημένων πλέον στην Ελλάδα, ο Καπετανάκης αποφασίζει να αναζητήσει τις τύχες του στην Αγγλία. Εκεί πάλι, μετά το ξέσπασμα του πολέμου, διακόπτει τις σπουδές του και εγκαθίσταται στο Λονδίνο για να στελεχώσει το Γραφείο Τύπου της εξόριστης κυβέρνησης.
Ο εκπατρισμός, λοιπόν, στις διαφορετικές εκδοχές του, γίνεται μόνιμη συνθήκη για τον Καπετανάκη, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη συμβολή του στα γράμματα ως πρωτότυπου συγγραφέα-στοχαστή αλλά και ως πολιτισμικού διαμεσολαβητή. Το τραύμα του πρώτου ξεριζωμού διαμορφώνει από νωρίς την κοσμοθέασή του. Στο σύντομο βιογραφικό σημείωμα που συντάσσει ο αδελφός του Ιωάννης, σημειώνει πως έζησε τη φωτιά της Σμύρνης δεκατρείς μέρες γεμάτες αγωνία και φόβους και πως το βίωμα αυτό της παιδικής ηλικίας σημάδεψε την κατοπινή του ζωή. Παρότι ο ίδιος το αποσιωπά, η θεματική του φόβου και της αγωνίας ανιχνεύεται εύκολα στο δοκιμιακό του έργο, καθώς περνάει σταδιακά μέσα από το φίλτρο της φιλοσοφίας του Γιάσπερς και του Κίρκεγκωρ και βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις βιογραφικές προσεγγίσεις του Βίνκελμαν, του Ρεμπώ, του Ντοστογιέφσκι, του Προυστ. Είναι ο φόβος της οριστικής απώλειας –του άλλου αλλά και του εαυτού– φόβος που ωστόσο μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση μιας ζωής αυθεντικής, στην αναζήτηση της πληρότητας στη στιγμή της ένωσης με μια άλλη ύπαρξη. Το φιλοσοφικό πρόβλημα αυτής της συνάντησης δεν ήταν άσχετο, βέβαια, με τη σεξουαλικότητα και τους γύρω από αυτήν κανόνες και κώδικες της εποχής.
Η κατάσταση του μονίμως εκπατρισμένου έδωσε στον Καπετανάκη το προνόμιο αυτού που ο Έντουαρντ Σαΐντ στους «Αναστοχασμούς για την εξορία» ονομάζει «πολλαπλή θέαση» και που πηγάζει από την αίσθηση του μη ανήκειν: ο εξόριστος θεωρεί «όλον τον κόσμο ξενιτειά». Από τα πιο αποκαλυπτικά δοκίμιά του είναι αυτό που τιτλοφορείται «Οι Έλληνες είναι άνθρωποι», όπου αυτοσυστήνεται στο βρετανικό κοινό ως Έλληνας στην Αγγλία και διαπιστώνει πως οι Βρετανοί τον αντιμετωπίζουν μέσα από το φίλτρο των κλασικών σπουδών – παρατηρώντας ότι η μύτη του δεν είναι τόσο ίσια όσο η περίφημη «ελληνική μύτη». Ταυτόχρονα όμως στέκεται επικριτικά απέναντι στον δάσκαλό του, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, που κάποτε δίδασκε ότι μας ενδιαφέρει ο Παρθενώνας ως έργο τέχνης και όχι οι εργάτες που τον έχτισαν. Αυτό που μας ενδιαφέρει, αντιτείνει, είναι οι άνθρωποι και η πορεία της ζωής τους.
Το δημοσιευμένα έργα και τα κατάλοιπα του Καπετανάκη μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τις διαδρομές του στο χάρτη της Ευρώπης του Μεσοπολέμου και να ανασυστήσουμε τη δημόσια παρουσία του. Ξεχωρίζουν οι διαλέξεις και τα μαθήματά αισθητικής και φιλοσοφίας στον «Ασκραίο» στις παραμονές του πολέμου, καθώς και οι διαλέξεις του για τη νεοελληνική ποίηση και τέχνη στην Αγγλία μέσα στον πόλεμο. Οι χωροχρονικές συντεταγμένες, τα μέσα και η σύνθεση του αναγνωστικού κοινού και των ακροατηρίων του (που περιλαμβάνουν λογοτέχνες, λογίους, εκδότες, αλλά και φοιτητές και μαθητευόμενους ηθοποιούς, και πολιτικούς, διπλωμάτες και στρατιώτες) φωτίζουν πολλαπλώς τις γεωγραφικές, πολιτισμικές και πνευματικές διαδρομές του.
Στο «σύντομο πέρασμά» του (η φράση του Κ. Θ. Δημαρά), ο Καπετανάκης διέσχισε τα σύνορα τα γεωγραφικά, της γλώσσας, των επιστημονικών πεδίων και της σκέψης. Το έργο που άφησε πίσω του όχι μόνο ως ποιητής και στοχαστής αλλά και ως δάσκαλος και διαμεσολαβητής, μας ωθεί να ξανασκεφτούμε τους λόγους που διαβάζουμε και συγκινούμαστε, αλλά και τους τρόπους που αφηγούμαστε την ιστορία των γραμμάτων και των ιδεών. Το κύκνειο άσμα του ποιητή-φιλοσόφου (ανολοκλήρωτο στην πραγματικότητα), ο «Λάζαρος», δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε μεταθανάτιο αφιέρωμα του περιοδικού New Writing and Daylight το φθινόπωρο του 1944, ενσωματωμένο στη νεκρολογία-πορτρέτο του φίλου του. Ο Lehmann ήταν άλλωστε αυτός που επιμελήθηκε και την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση του Καπετανάκη στα αγγλικά, με τον εύγλωττο τίτλο A Greek Poet in England (1947).
*Η Εμμανουέλα Κάντζια είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Γραμματείας στο Τμήμα Γλωσσικών & Διαπολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και έχει επιμεληθεί τη δίτομη έκδοση των έργων του Δημήτριου Καπετανάκη (Τα Δημοσιευμένα – Κατάλοιπα) στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ.
Γιατί επέλεξα το ποίημα του Καπετανάκη για το Ρέκβιεμ;
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗ
Όταν το 1995, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μου ζήτησε να γράψω ένα έργο για τους φίλους που χάσαμε από το AIDS, η πρώτη μου σκέψη ήταν να γράψω ένα Ρέκβιεμ – μια νεκρώσιμη ακολουθία, προσαρμοσμένη στη δική μου συνθετική γλώσσα. Η εποχή εκείνη ήταν πολύ σκοτεινή και οι ζωές μας έμοιαζαν αβέβαιες – νιώθαμε ότι ο θάνατος μας κύκλωνε. Παντού γύρω μας βλέπαμε σκοτάδι.
Εξ αρχής είχα απορρίψει την ιδέα να αξιοποιήσω ένα θρησκευτικό κείμενο για το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» και η σκέψη μου γρήγορα κατευθύνθηκε σε ένα κείμενο με ποιητική δομή. Ήθελα να μιλήσω για τον θάνατο, μέσα από την ποιητική διάσταση του θρήνου.

Ήταν εκείνες τις ημέρες του Αυγούστου του ’95, όταν ένας φίλος εκείνης της εποχής -χωρίς να γνωρίζει ότι αναζητούσα ποιητικό κείμενο για το Ρέκβιεμ- μου έφερε να διαβάσω μια σειρά από ποιήματα του Δημήτρη Καπετανάκη στην Ελληνική γλώσσα. Η προσοχή μου έπεσε από την πρώτη κιόλας ανάγνωση στον Λάζαρο. Όχι μόνο γιατί ήταν το τελευταίο ποίημα που έγραψε λίγο πριν πεθάνει, όχι μόνο γιατί οι κοφτερές του λέξεις σηματοδοτούσαν μια ιερή θρησκευτικότητα γειωμένη με τον καθημερινό λόγο, αλλά κυρίως γιατί η δομή του ήταν σαν μια διαδρομή θανάτου. Μια διαδρομή που ξεκινούσε από την ασθένεια και κατέληγε στο παγωμένο φως του θανάτου, μέσα σε ένα μοναχικό δωμάτιο νοσοκομείου.
Μπαίνοντας βαθιά στη διαδικασία της σύνθεσης, αντιμετώπισα το Ρέκβιεμ σαν ένα έργο που φωτίζει μια εμμονική σχέση με τον θάνατο, κινούμενο σε μια αυστηρή, αλλά ταυτόχρονα αυτοσχεδιαστική ποιητική δομή. Τοποθέτησα λέξεις και φράσεις μέσα στην παρτιτούρα που θα χτυπούσαν σαν καρφιά το αυτί και το μυαλό του ακροατή. Μέσα από την επίμονη επαναληπτικότητα, επικεντρώθηκα στην ουσία του θανάτου. Οι λέξεις και οι φράσεις επανέρχονται διαρκώς με άλλο τρόπο και ολοκληρώνουν τη διαδρομή τους στο τελευταίο πένθιμο εμβατήριο. «Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο» είναι η φράση που διαρκώς επαναλαμβάνεται και όλη η συνθετική δομή του έργου εξυπηρετεί την κάθοδο προς το τέλος.
Όπως και το 1995 έτσι και σήμερα, ίσως περισσότερο από τα θετικά λόγια των ακρατών για τη μουσική μου ή και για την παράσταση που τόσο συγκλονιστικά έφτιαξε ο Δημήτρης, με συγκινεί το γεγονός ότι δεκάδες – ίσως εκατοντάδες άνθρωποι έμαθαν μέσα από το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», αυτόν τον σπουδαίο ποιητή. Τον Δημήτρη Καπετανάκη (1912-1944) ο οποίος έζησε μια σύντομη αλλά μια συναρπαστική ζωή, μεταξύ Σμύρνης, Αθήνας, Γερμανίας και Μεγάλης Βρετανίας, αφήνοντας πίσω του σπουδαίο έργο.
*Ο Γιώργος Κουμεντάκης είναι Συνθέτης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΛΣ

