ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Κωνσταντίνος
εκδ. Γεννήτρια, 2025 σελ. 342
Το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Ευαγγελίδη πρωτοκυκλοφόρησε το 1997 σε έναν άλλο κόσμο. Είναι ευτυχής η απόφαση των εκδόσεων Γεννήτρια να επανεκδώσουν το βιβλίο, καθώς στη σημερινή πεζογραφία η ομοφυλοφιλία είτε γαρνίρεται στην αφήγηση σαν επιπρόσθετο αλλά μοδάτο υλικό είτε περιορίζεται σε μια εξημμένα προκλητική έκφραση σεξουαλικότητας. Γράφοντας για έναν μυθώδη εραστή, τον Κωνσταντίνο, ο Ευαγγελίδης διερευνά τυραννικές πτυχές της σεξουαλικής επιθυμίας, την ντροπή, την ταπείνωση, τον θυμό και τον πόνο. Ο Κωστής, ο αφηγητής, συνονόματος του ιδεατού εραστή, βρίσκεται διαρκώς ενώπιον ενός κατόπτρου, άλλοτε κολακευτικού και άλλοτε εκχυδαϊστικού. Στον Κωνσταντίνο αντικρίζει ένα σκοτάδι που τον έλκει, διότι εμπεριέχει το είδωλό του. Αλλωστε, ο δεσμός τους ανάθαλλε στο σκοτάδι, ανάμεσα στα δέντρα στο Πεδίον του Αρεως, που τα έκρυβε η νύχτα.
Οι συνευρέσεις των δύο εραστών γίνονται σε ημίφως. Το στρώμα αχνοφέγγει στην ανταύγεια ενός κεριού ή μιας μισοκρυμμένης λάμπας. Ο Ευαγγελίδης δείχνει άμεσα ότι το πρόσωπο από το οποίο εκπορεύεται ο πόθος είναι πάντοτε φασματικό, ένα ίσκιωμα της φαντασίας. Οταν ο Κωστής συναντά στο άλσος τον Κωνσταντίνο είχε ήδη δημιουργήσει στο μυαλό του μια μυθολογία γύρω από εκείνον, μέσα από αφηγήσεις άλλων εραστών του. Ο Κωνσταντίνος εμφανίζεται εξαρχής πλασμένος από μυθεύματα και φαντασιώσεις. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι μέχρι την οριστική απομάκρυνσή του από τις σελίδες, ο Κωνσταντίνος παραμένει αόριστος, θαμπός και συγκεχυμένος σαν παραίσθηση, σκιασμένος από «το βάρος μιας σκοτεινιάς». Η κύρια υπόστασή του είναι εκείνη του εραστή, ποτέ δεν αποκαλύπτεται ως ολοκληρωμένο πρόσωπο.
«Οι διηγήσεις των φίλων του για τον Κωνσταντίνο, που μέχρι χθες ήταν σπαρμένες μέσα του ακίνδυνα, γονιμοποιούνται τώρα από την παρουσία και τα λόγια, γονιμοποιούνται απ’ τις χειρονομίες της νύχτας μ’ έναν πρώτο υπόκωφο πόνο». Ο Κωστής ζει τον έρωτά του ερήμην του εραστή του.
Η αρρώστια υποβόσκει στο σμίξιμο των δύο ανδρών. Αφενός ο Κωνσταντίνος συστήνεται ως γιατρός, αφετέρου ο «αρρωστομανής» Κωστής αφοσιωνόταν ολόψυχα στις νόσους των άλλων. Ο έρωτάς τους διαμειβόταν στη μεθόριο του θανάτου. Λίγο μακριά τους, σε ένα διαμέρισμα στη Νέα Ιωνία, πέθαινε από AIDS ένας κοινός τους φίλος, ο Παναγιώτης. Το βάναυσο, παρατεταμένο ψυχομαχητό τού Παναγιώτη προικίζει το μυθιστόρημα με ένα συνταρακτικό ψυχογράφημα, όπου ο κυνισμός αντιμάχεται λυσσαλέα την απόγνωση.
Προχωρώντας στις αλέες του πάρκου, ο Κωστής ένιωθε να δρασκελίζει «σκοτεινές αλαφροΐσκιωτες πύλες» για να εισχωρήσει στο κατασκότεινο βασίλειο «μιας άγριας και ιδανικής φυλής σε κάποιο ξέπνοο διάλειμμα χορευτικού παροξυσμού». Οταν ερχόταν στην κρεβατοκάμαρά του ο Κωνσταντίνος, αγωνιούσε να εκμαιεύσει από τους σπασμούς της σάρκας μια υπόσχεση συνέχειας, μια παράταση της ευχαρίστησης. Ισως γι’ αυτό δεν άναβε το φως και σφράγιζε χαραμάδες και γρίλιες, για να μην επιτρέψει στο ξημέρωμα να φωτίσει τη μεταξύ τους απόσταση. Από την άλλη, η αναπόφευκτη κάποτε απουσία του Κωνσταντίνου έμοιαζε σαν προειλημμένη εκατέρωθεν απόφαση, σαν προϋπόθεση για την πύρωση του πόθου.
Επιθυμίες και πλάνες
Μολονότι η σεξουαλικότητα κυριαρχεί στη μυθοπλασία με καθηλωτικές και ουσιωδώς τολμηρές περιγραφές του επείγοντος πόθου, το μυθιστόρημα προσηλώνεται στον στοχασμό της ερωτικής επιθυμίας, στις πλάνες και τις φρεναπάτες της. Οντας ερωτευμένος με τον Κωνσταντίνο, ο Κωστής γίνεται ένα άλλο πρόσωπο, δίχως να ξέρει αν έρχεται εγγύτερα στον μέσα εαυτό ή αντιθέτως απομακρύνεται από αυτόν. Το μόνο που ξέρει είναι ότι ο Κωνσταντίνος τού είχε χαρίσει «ένα καινούργιο πρόσωπο στον καθρέφτη του». Ο Ευαγγελίδης παρουσιάζει τον αφηγητή της ιστορίας του μετέωρο ανάμεσα στην ταυτότητα και την ετερότητα. Από το αντίκρισμα των δύο Κωνσταντίνων απορρέει ένα πρόσωπο διχοτομημένο σε δύο ανεστραμμένες όψεις. Η μία είναι θελκτική, ενώ η άλλη αποκρουστική.
Το βιβλίο είναι πάνω απ’ όλα ένα εμπύρετο ερωτογράφημα. Η γλωσσική παραφορά, το ιδίωμα του ίμερου, κατακλύζει τις σελίδες. Οι φράσεις παραφρονούν μες στην αγωνία τους να ανταποκριθούν σε συναισθηματικά μεγέθη και εντάσεις που τις υπερβαίνουν.
Δεν λείπουν, βέβαια, οι άστοχες εξάρσεις και τα οπερετικά αναφωνήματα. Ακόμη και όταν αυτοσαρκάζεται, η γλώσσα τελεί σε θερμοκρασία υπερθετικού βαθμού. Αυτές οι εκτραχύνσεις, όμως, δεν απομειώνουν τη συγγραφική δουλειά του Ευαγγελίδη, ο οποίος λέξη τη λέξη αξιώνει για τη γραφή του μια ποιητική ποιότητα, που παρασύρει τον αναγνώστη στους ζοφερούς δαιδάλους διακαών συναισθημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημα του Ευαγγελίδη αξίζει να ξαναδιαβαστεί, αν μη τι άλλο επειδή υπενθυμίζει ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι μόδα, αλλά συνιστά μία μόνο, και σίγουρα όχι αξιοπερίεργη, από τις πολλαπλές εκφάνσεις του ερωτικού πόθου, όπου εσωκλείονται θεμελιακές καταστάσεις της ύπαρξης.

