Υπάρχει μια αύρα αλλοκαιρινή σε πολλές πολυκατοικίες της Αθήνας, ένας αέρας από τα σπλάχνα του περασμένου αιώνα. Περπατάς και αίφνης συνειδητοποιείς πως ελίσσεσαι, δρόμο τον δρόμο, πόρτα την πόρτα, μέσα σε ένα νεφέλωμα του χρόνου. Και με έκπληξη σκέφτεσαι μερικές φορές ότι οι πολυκατοικίες που ήταν νεόδμητες, φωτεινές και επιθυμητές, όταν ήσουν παιδί, ανήκουν πλέον στην αστική αρχαιολογία της πόλης. Στέκουν σαν όστρακα στην άκρη του δρόμου.
Με τρυφερότητα, ωστόσο, περνώ μπροστά από τις καπνισμένες προσόψεις εκείνων των αγνοημένων πολυκατοικιών που ανήκουν σε έναν απόλυτο μέσο όρο. Πολυκατοικίες από την περίοδο της ταχύτατης ανοικοδόμησης ανάμεσα στο 1955 και το 1970, που βρίσκει κανείς σε όλες σχεδόν τις γειτονιές, αλλά που, γύρω από την Ιπποκράτους, αχνοφαίνονται μέσα από ένα ιδιαίτερο φως.
Η Ιπποκράτους, όπως και όλα τα στενά και οι δρόμοι της Νεάπολης από τη Σίνα ώς τη Χαριλάου Τρικούπη –ίσως και ώς τη Ζωοδόχου Πηγής– αφήνουν να διαχυθεί το φως μιας ιδιαίτερης αστικής κουλτούρας. Και εκείνες οι πολυκατοικίες της Ιπποκράτους, ιδίως οι μεταπολεμικές της πρώτης γενιάς, μοιάζουν με σπήλαια όταν δεις τις εισόδους τους – σκαλοπάτια, θυρωρεία, ασανσέρ, πόμολα και κουδούνια, φωτιστικά και αριθμοί, όλα σε ένα αμάλγαμα μικροαστικού πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός, υποτιμημένος, αν και τόσο αληθινός, ανελκύεται σε μια προθήκη αστικής αυτογνωσίας.

Εστιάζω στις πολυκατοικίες της Ιπποκράτους που εισχωρούν έστω και θραυσματικά, έστω και ως ιδέα ή απόηχος σε ένα κοινό υποσυνείδητο αταξινόμητων συνειρμών. Η δύναμη της μικροαστικής πολυκατοικίας είναι τόσο μεγάλη, που εν πολλοίς καθορίζει μια ανεπίσημη συγκίνηση κάθε φορά που συναντούμε το τόσο οικείο και σχεδόν επώδυνα αφιλτράριστο αποτύπωμά της.
Από πάνω μέχρι κάτω η Ιπποκράτους είναι ένα εκθετήριο αστικής ζωής. Δρόμος παλαιότατος, όπως παλαιότατη είναι και η Νεάπολη, το πρώτο προάστιο των νέων Αθηνών, οριοθετημένη πίσω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως φοιτητούπολη του 19ου αιώνα και ως συστάδα οικιών πάνω από τον ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Η Ιπποκράτους είναι κάτι πέρα από το όνομα ενός κεντρικού δρόμου. Εκφράζει ένα αστικό ήθος.
Θυμάμαι σκόρπια τα σπίτια που έμελλε να κατεδαφιστούν μετά το 1975, όπως το στιβαρό νεοκλασικό στην Ιπποκράτους 21. Ηδη, από το 1950-53, τα μονώροφα και δίπατα σπίτια είχαν αρχίσει να πέφτουν. Πολυκατοικίες είχαμε ήδη στην Ιπποκράτους από τα τέλη της δεκαετίας του ’20. Βαθύ αστικό ίχνος. Πόσα βιβλία αναμνήσεων δεν γράφτηκαν για την Ιπποκράτους και τα πέριξ…

Σήμερα, αυτές οι άσημες χωρίς άλκιμο βίο πολυκατοικίες του 1960, που σταματούν τον βηματισμό μου, έχουν συχνά κάτι το πένθιμο, σαν λουσμένες σε ένα ημίφως που τρεμοπαίζει. Ράβδοι από «νέον» φωτισμό τυλίγουν με σκληρή λευκή λάμψη, ραφεία, εργαστήρια, γραφεία τελετών, κρεοπωλεία και ψιλικατζίδικα. Θερμές δεσμίδες κίτρινου φωτός διαχέονται κάτω από μισόκλειστες πόρτες και πού και πού μια ατμοσφαιρική είσοδος πολυκατοικίας με κάνει να σταματήσω.
Ατενίζω ένα σιωπηρό τοπίο. Τα γερασμένα πόμολα του 1957 ή του 1962 συνθέτουν ερήμην τους μια στυλιστική ανθολογία του λαϊκού μοντερνισμού, που, τόσο ανενδοίαστα ξηλώνεται για να αντικατασταθεί από σύγχρονες πόρτες αλουμινίου.
Στέκομαι να δω και τις ξύλινες εξώθυρες του 1965 σε πολυκατοικίες που έχουν και αυτές παλιώσει και που χρόνο με τον χρόνο ωθούνται πίσω στην πινακοθήκη του 20ού αιώνα. Είναι κομμάτια μιας Αθήνας που ερχόταν με ταχύτητα και που όριζε νέες ιεραρχήσεις, νέες κλίμακες αξιών και καινοφανείς γειτνιάσεις, οριζόντια στα ρετιρέ και κάθετα από την ταράτσα στα θυρωρεία. Για τους γεννηθέντες μετά το 2000 αυτή η Αθήνα είναι κομμάτι μιας αστικής αρχαιολογίας.

Λαθραίες ματιές σ’ αυτές τις παλιοκαιρινές εισόδους πολυκατοικιών μάς συμφιλιώνουν με μια συνθήκη που γίνεται κοινό κτήμα. Είναι ένας μέσος όρος τόσο αθηναϊκός…

