ΝΤΟΜΙΝΙΚ ΑΜΕΡΕΝΑ
«Τα θέλω όλα»
μτφρ.: Δημήτρης Καρακίτσος
εκδ. Γεννήτρια, 2025 σελ. 360
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μυθοπλασία δεν εκτείνεται ποτέ ένα ξεκάθαρο όριο, αλλά ένα πεδίο αμοιβαίων μετατοπίσεων. Εκεί τοποθετείται το «Τα θέλω όλα» του Ντόμινικ Αμερένα: μυθιστόρημα που δεν αρκείται στον διάπλου των θολών νερών της αυτομυθοπλασίας, αλλά αναμετριέται με τη συνθήκη της σύγχρονης συγγραφικής πράξης.
Ο ανώνυμος ήρωας, βυθισμένος σε συγγραφικό τέλμα, θα βρεθεί τυχαία αντιμέτωπος με την Μπρέντα Σέιλς, μυθική μορφή της αυστραλιανής λογοτεχνίας, απούσα από τον δημόσιο χώρο επί μισόν αιώνα. Τα δύο μυθιστορήματά της μπορεί να καθόρισαν γενιές αναγνωστών, η ίδια όμως –ως άλλος Πίντσον των Αντιπόδων– δεν επεδίωξε καταξίωση ούτε συνεισέφερε στην ερμηνεία του έργου της. Ενα ολίσθημα της νοσοκόμας, στο γηροκομείο όπου ζει η Σέιλς, καταλήγει με τον ήρωα να συστήνεται ως εγγονός της. Ο Αμερένα επιμένει στην παθητικότητα του πρωταγωνιστή: από τη συγγραφική αναβλητικότητα και τη συμμετοχή του σε φαρμακευτικά πειράματα μέχρι τις σεξουαλικές/ερωτικές του επιλογές, όλα υπαινίσσονται αδυναμία αντίστασης στις περιστάσεις. Η παθητικότητα συνιστά εύρημα. Υποδηλώνει τη βία της επιλογής πίσω από το σχήμα της αναγκαιότητας – όχι μόνο στην πραγματικότητα, αλλά και στη γραφή.
Ενοχικό σύνδρομο
Το ψέμα ξεκινά ως αμηχανία· γρήγορα, όμως, αυτονομείται. Δεν αποκρύπτει πλέον· παράγει αφήγηση. Οι εξομολογήσεις της Σέιλς για το παρελθόν που υποβαστάζει τα ελλειπτικά βιβλία της, καθώς και για τη σχέση τους με την αποικιοκρατική και πατριαρχική βία στοιχειοθετούν τον υποδειγματικό ορίζοντα του μύθου.
Η Σέιλς υπήρξε «εκπρόσωπος ενός έθνους με καταπιεσμένο ενοχικό σύνδρομο». Η γραφή της αντλούσε από μια συλλογική ενοχή που δεν μπορούσε να αρθρωθεί ευθέως, παρά μόνο μέσα από τη μυθοπλασία. Ο ανώνυμος ήρωας, παριστάνοντας ότι εξαναγκάστηκε στο ψέμα, θα εκπληρώσει το ίδιο σχήμα. Δεν αδυνατεί να συγχωρήσει τον εαυτό του για το ψεύδος αυτό καθαυτό, αλλά για το γεγονός ότι αυτό του επιτρέπει να αποκτήσει πρόσβαση σε μια αφήγηση που δεν του ανήκει. Το ψεύδος λειτουργεί ως άδεια εισόδου σε μια ξένη επικράτεια, ιστορικά φορτισμένη, την οποία ο ήρωας μετουσιώνει σε νόημα για το βιβλίο που σχεδιάζει να γράψει από τις αποκαλύψεις της Σέιλς: το βιβλίο που διαβάζουμε εμείς.
Η φράση «Δεν μπορούμε να τους συγχωρήσουμε γι’ αυτά που έχουμε κάνει», αφοριστική συμπύκνωση του φυλετικού ασυνειδήτου των λευκών της Αυστραλίας, μετατοπίζει το βάρος από την πράξη στην αφήγησή της. Η ενοχή δεν αφορά μόνο το παρελθόν της αποικιοκρατίας (και της πατριαρχίας), αλλά και το παρόν της αναπαράστασής τους. Η συγχώρεση καθίσταται αδύνατη όχι επειδή το τραύμα επιμένει, αλλά επειδή η αφήγησή του αποδεικνύεται λειτουργική και αξιοποιήσιμη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι συνέβη, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να αφηγηθεί την ιστορία – και με ποια μορφή εξουσίας.
«Ενιωθα το βάρος της ευθύνης ενός τρομερού μυστικού […]. Και κάτι άλλο, κάτι που δεν το είχα νιώσει ποτέ πριν με τέτοια ένταση […]. Εξουσία».
Το μυθιστόρημα μεταγράφει έτσι τη συλλογική ενοχή στο πρόσωπο ενός υποκειμένου που αδυνατεί να υπάρξει συγγραφικά έξω από την αποικιοκρατική μανιέρα. Ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος στην οικειοποίηση της αλλότριας εμπειρίας, ένα «λογοτεχνικό μάννα εξ ουρανού», το οποίο δυσκολεύεται να αφομοιώσει καθώς η γραφή είναι πάντοτε ενεργητική, επιλεκτική, βίαιη, κι εκείνος παραμένει κατεξοχήν παθητικός.
Αβεβαιότητα
Το «Τα θέλω όλα» εγκολπώνεται αυτή τη συνθήκη. Η σχέση ήρωα και Σέιλς δεν μετατρέπεται σε καθαρή αντιπαράθεση θύτη και θύματος. Η πραγματικότητα, όπως φανερώνει το ανατρεπτικό τέλος, αποδεικνύεται ασταθής και απρόθυμη να παραδοθεί. Η ενεργητική χειρονομία της γραφής –η νοητική κατάκτηση μιας εμπειρίας– δεν οδηγεί σε κυριαρχία, αλλά σε έκθεση. Ο ήρωας δεν ελέγχει πλήρως την αφήγηση· η μυθοπλασία παύει να είναι εργαλείο ιδιοποίησης και γίνεται πεδίο επισφάλειας. Δεν επιβεβαιώνει την εξουσία του επί της πραγματικότητας, αλλά τον εντάσσει στην αβεβαιότητα. Υπό αυτή την έννοια, το «όλα» του τίτλου δεν δηλώνει πληρότητα, αλλά την ακόρεστη επιθυμία της γραφής να μην παραλείψει τίποτα: ούτε την ενοχή, ούτε τη βία της οικειοποίησης, ούτε την επισφάλεια της αυθεντίας.
Το ότι ο Αμερένα ενσωματώνει καίριους προβληματισμούς σε ένα κείμενο που χαρακτηρίζεται από προσήνεια, σπιρτάδα και τον ρυθμό αστυνομικού μυθιστορήματος, συνιστά κατόρθωμα. Το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει στην πρώτη του μυθιστορηματική απόπειρα αξίζει την προσοχή μας.

