ΒΙΚΥ ΤΣΕΛΕΠΙΔΟΥ
Η αγέλη
εκδ. Πατάκη, 2025
σελ. 320
Ακόμη μία γυναικοκτονία, για να χρησιμοποιήσουμε τη σύγχρονη ορολογία, μιας και οι δολοφονίες γυναικών από ανθρωποκτονίες αναβαθμίστηκαν σε γυναικοκτονίες. Ευτυχώς αυτή είναι μυθοπλαστική. Στο μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», επτά πρόσωπα επιχειρούν να βρουν τα αίτια της δολοφονίας της Λυδίας από τον εραστή της, που παραμένει μέχρι τέλους ανώνυμος, μολονότι πρωταγωνιστεί στις εναλλασσόμενες μαρτυρίες. Η φωνή του σε πλαγιογράμματη γραφή παρεισφρέει στον λόγο των άλλων, είτε διορθώνοντας τα λεγόμενά τους είτε απευθυνόμενος στο θύμα του. Η φασματική παρουσία του με το ψυχοπαθολογικό παραλήρημα είναι το πιο προβληματικό κομμάτι του βιβλίου.
Κατόπιν της υπόδειξης του δικηγόρου υπεράσπισης, ο ξάδελφος του δράστη, ένας συνάδελφός του, ο εργοδότης του, η παιδική του φίλη Στέλλα, η Φαίη, μια πρώην του, και η Ολγα, επιστήθια φίλη της Λυδίας, ηχογραφούν τις εμπειρίες τους από τη συναναστροφή τους με τον δράστη. Παρενθετικά αναφέρω πως η ανωνυμία των ανδρών στο βιβλίο δεν προσφέρει τίποτα πέρα από κούφια φεμινιστική αλληλεγγύη, όπως και τα ονόματα των ηρωίδων στην πρώτη σελίδα εν είδει αφιέρωσης. Στο τέλος παίρνει τον λόγο ο δικηγόρος χωρίς όνομα, εκλιπαρώντας τον εντολέα του να ανοίξει το στόμα του, ώστε να μπορέσει κάπως να τον υπερασπιστεί. Παραδόξως, ο δολοφόνος είναι το πιο ομιλητικό πρόσωπο της αφήγησης.
Αντιφάσεις
Οι μαρτυρίες των έξι αναβιώνουν κοινότοπα επεισόδια της καθημερινότητας, αναμνήσεις δίχως κανένα βάρος, σκιαγραφούν αντιφατικά πορτρέτα του θύτη, άλλες τον οικτίρουν και άλλες τον συμπονούν, ενώ όλες συγκλίνουν στην ανικανότητά τους να υποπτευθούν έστω τα κίνητρα της πράξης του. Οσοι από τους μάρτυρες ανατρέχουν στο παρελθόν για να ανασύρουν ενοχοποιητικές ενδείξεις, καταλήγουν με αναξιόπιστα ευρήματα. Ο ξάδελφος θυμάται πως κάποτε τον είδε να ξεκοιλιάζει ένα βάτραχο, ο εργοδότης επισημαίνει την εμμονή του με ένα χαλασμένο καζανάκι, ο συνάδελφος αναφέρει ότι είδε στο σπίτι του μια συλλογή σπιρτόκουτα με κομμένα νύχια, η Φαίη προβληματίζεται γιατί δεν την αγάπησε κι αυτή μέχρι τα άκρα, η Ολγα που τον μισεί, τον είχε ικανό για κάθε είδους βία, όχι όμως και για θάνατο, η Στέλλα εξιστορεί ένα κοινό τους «έγκλημα» στην παιδική ηλικία, περιπίπτοντας στο αναπόφευκτο ιδίωμα της ανηλικότητας.
Αν τα έξι πρόσωπα, μαζί και ο δικηγόρος, αδυνατούν να διακρίνουν τη βαθύτερη φυσιογνωμία του δράστη, περισσότερο απ’ όλους δυσκολεύεται ο ίδιος, έρμαιο μιας αδιάγνωστης ψύχωσης. Οπως δείχνουν οι υφολογικές διαφοροποιήσεις των μαρτυριών, η Τσελεπίδου πρόσεξε ιδιαίτερα τις γλωσσικές διακυμάνσεις του βιβλίου της.
Οι προφορικές χροιές των προσώπων ακούγονται πειστικές, αν και οι ανδρικές συχνά περιορίζονται σε μια στερεοτυπική μαγκιά. Πιο αδικημένος είναι ο θύτης, ο οποίος μιλάει κάπου από το υπερπέραν, ζαλισμένος από τη δίνη ενός μεγάλαυχου λόγου. Μες στον σάλο του ψυχικού του οδυρμού παρασύρεται από τα φρενιάσματα του νου του, παρουσιάζοντας την περιπάθειά του για τη Λυδία και το κανιβαλικό της τέλος σαν αντιδικία με τον Θεό. Νιώθοντας άθυρμα ενός δόλιου θεού, θύμα μιας σκαιής κοροϊδίας, φιλοδοξεί να δώσει ένα πρωτόφαντο νόημα στα υλικά του κόσμου, έτσι ώστε να απαλλαγεί «από την ψυχοφθόρο διαδικασία της κατακερματισμένης πολυονοματοθεσίας τους».
Η γλώσσα της τρέλας θέλει γερό αφηγηματικό λεπτουργό, αλλιώς αγγίζει τη γλωσσική φαιδρότητα. Στην προσπάθειά της να αποτυπώσει τη φωνή ενός σαλεμένου μυαλού, κεντρισμένου από τη θεοδικία, η Τσελεπίδου δεν αποφεύγει πομπώδεις υπερβολές, λες και ο ήρωάς της μιμείται την τρομερή πάλη του Αχαάβ με τον Θεό, τη λευκή φάλαινα. Ετσι, ενώ οι μάρτυρες παλεύουν να μιλήσουν για τον δράστη, εκείνος μπερδεύεται στις φράσεις τους λέγοντας τα τρελά του· «στις κόγχες της πιο σκοτεινής σπηλιάς σου πολλά εγώ χτυπάνε τα φτερά τους»· «είχαν το βάρος του ασημιού οι λέξεις σου, μ’ έκοβαν σαν γυαλί, μπήγονταν μες στο δέρμα μου». Η Λυδία είχε τη μήτρα που από μέσα της θα την έκανε εκείνος να αναγεννηθεί: «Από τη μήτρα τη δική σου, Λυδία, την αμίλητη, ακίνητη μήτρα σου, που ο μόνος λόγος που είχε πλέον για να πάλλεται ήμουν εγώ, μόνο εγώ, εγώ πλέον ήμουν η μόνη αιτία που θα μπορούσε να κάνει το σώμα σου ξανά να πάλλεται, ο βιολιστής σου εγώ».
Προμελέτη
Οπως κάθε λόγος στη λογοτεχνία, ο λόγος της αλλοφροσύνης προϋποθέτει προμελέτη. Από την προετοιμασία του κρίνεται η απόγνωσή του, ο συγκινησιακός του αντίκτυπος. Εδώ η γλώσσα μανιάζει αχαλιναγώγητη, αφιονισμένη από νοσηρή μεγαλορρημοσύνη. Ακόμη και οι ψυχιατρικές παθήσεις οφείλουν να συνεργαστούν τόσο με τη λογική όσο και με την αισθητική, αν θέλουν να μεταπλαστούν σε μυθοπλαστικό πάθος.

