Ενα μικρό κουβούκλιο, φορτωμένο με τσιγάρα, νερά, παγωτά, εφημερίδες. Κι όμως, το ελληνικό περίπτερο δεν γεννήθηκε ως μια απλή εμπορική δραστηριότητα, αλλά ως απάντηση σε μια κοινωνική ανάγκη. Οπως εξηγεί ο συγγραφέας του λευκώματος «Τα περίπτερα της Αθήνας: 1943-1969», Θανάσης Κ. Κάππος, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εμφανίστηκαν πρώτα στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στην Αθήνα μικρά, ευκαιριακά καπνοπωλεία. Αυτά τα πρόχειρα σημεία πώλησης υπήρξαν οι πρόδρομοι των σημερινών περιπτέρων, καθώς μετά τη δεκαετία του 1860 εξελίχθηκαν σταδιακά σε οργανωμένα μαγαζιά.
Η καθοριστική στιγμή στην ιστορία του θεσμού ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1922. Οπως αναφέρει ο κύριος Κάππος, «τον Σεπτέμβριο του 1922 το υπουργείο Περιθάλψεως κατέθεσε νομοσχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τα είδη ανεγερθέντα περίπτερα, αλλά και αυτά που πρόκειται να ανεγερθούν στο μέλλον, θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην “Πανελλήνιο Ενωση Τραυματιών Πολέμου 1912–1921”».

Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου, η χρήση και η εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζονταν αυτομάτως στη σύζυγο και στα παιδιά του ανάπηρου ή τραυματία και αργότερα επέστρεφαν στον έλεγχο της Ενωσης. Το ποσό μίσθωσης ξεκινούσε από τις 20 δραχμές και έφτανε έως τις 250. Οπως σημειώνει ο κύριος Κάππος, «αυτά τα χρήματα θα εισπραχθούν και θα διατεθούν υπέρ της δημιουργίας ειδικού ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου».
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία αυτής της απόφασης, πρέπει να λάβει υπόψη την εικόνα της πόλης εκείνων των χρόνων. «Τραυματίες και ανάπηροι υπήρχαν παντού στους δρόμους, οι οποίοι ζητούσαν ελεημοσύνη και βοήθεια, όταν το κράτος ήταν εντελώς ανήμπορο. Ετσι, γεννήθηκε η ιδέα του περιπτέρου», αναφέρει. Και ορίζει στην «Κ» με ακρίβεια τον χαρακτήρα του: «Μικρός επαγγελματικός χώρος, χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, και με κύριο πωλούμενο προϊόν τα καπνοβιομηχανικά προϊόντα και ακολούθως είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης».
Το περίπτερο με το όνομα «Μινιόν»
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, και άλλες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες απέκτησαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν άδεια εκμετάλλευσης περιπτέρου. Τα περίπτερα έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού τοπίου. Υπήρξαν μάλιστα και εμβληματικά παραδείγματα, όπως το ιστορικό περίπτερο που μεταλλάχθηκε στο πολυκατάστημα «Μινιόν». Ο ιδιοκτήτης του, Γιάννης Γεωργακάς, στο δικό του βιβλίο «Ιστορία μιας ζωής, Μινιόν», αφηγείται πώς ξεκίνησε η ιστορία του. «Είναι ο Αγγελος Σεραφειμίδης. Τα λεφτά του μόλις επαρκούν για να νοικιάσει ένα περίπτερο. Και το νοικιάζει. Κλείνει τα δύο πλαϊνά του και τα μετατρέπει σε βιτρίνες. Και αντί αυτός να πουλάει εφημερίδες, τσιγάρα, καραμέλες κ.λπ., αρχίζει να εκθέτει στις δυο βιτρινούλες του μικρά είδη. Στιλούς, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, είδη καπνιστού, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα. Ο κόσμος σχολιάζει και μιλάει για το δικό του περίπτερο που το έχει ονομάσει “Μινιόν”».

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα περίπτερα επεκτάθηκαν ταχύτατα και στα τέλη της δεκαετίας του 1940 έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα ζαχαρώδη και αναψυκτικά. «Σύμφωνα με τις υπάρχουσες προφορικές μαρτυρίες αυτό συνέβη περισσότερο στα περίπτερα του Πειραιά και λιγότερο στα περίπτερα της Αθήνας, που έφεραν λίγο αργότερα τα πρώτα ψυγεία με πάγο», διευκρινίζει ο κύριος Κάππος. Το 1956 υπολογίστηκε ότι λειτουργούσαν πάνω από 17.000 περίπτερα στην Ελλάδα.
Τρεις διαδοχικές κρίσεις
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, τα περίπτερα άρχισαν να αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό. Εμφανίστηκαν μίνι μάρκετ και ψιλικατζίδικα, ενώ οι πωλήσεις εφημερίδων μειώθηκαν σταδιακά λόγω της τηλεόρασης και αργότερα του Διαδικτύου. Η σημασία των παραδοσιακών περιπτέρων άρχισε να… συρρικνώνεται. Η κρίση του 2008 επιτάχυνε δραματικά αυτή τη διαδικασία. Χιλιάδες περίπτερα έκλεισαν μέσα σε λίγα χρόνια. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Περιπτερούχων, Θοδωρής Μάλλιος, αποδίδει το πλήγμα σε τρεις διαδοχικές κρίσεις: την οικονομική, αυτή της πανδημίας και την ενεργειακή.

«Από τα περίπου 11.000 περίπτερα, που λειτουργούσαν στη χώρα το 2010, σήμερα απομένουν λιγότερα από 5.000. Στην Αθήνα από 1.200 λειτουργούν πλέον περίπου 450. Ο βασικότερος λόγος που έκλεισαν είναι οι αλλεπάλληλες κρίσεις, με πρώτη και χειρότερη την οικονομική. Τα περίπτερα δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις μεγάλες αλυσίδες με τις προσφορές τους», σχολιάζει στην «Κ».
«Ακόμα και σήμερα ο κόσμος από τα περίπτερα θα αγοράσει κυρίως καπνικά προϊόντα και το στοίχημα του περιπτερά είναι να σε κάνει να αγοράσεις και κάτι ακόμα ώστε να κρατήσει τα ρέστα. Αν ο κόσμος δεν έχει χρήματα θα είναι πιο “σφιχτός” σε αυτού του είδους τις παρορμητικές αγορές. Με τα pos η κατάσταση είναι καλύτερη μπορώ να πω, μπορεί να μη δίνουμε ρέστα, αλλά το πλαστικό χρήμα κατά τη γνώμη μου βλέπω πως ξοδεύεται πιο εύκολα. Μεγάλο όμως ήταν και το πλήγμα της πανδημίας που έκανε ζημιά στα περίπτερα κυρίως των τουριστικών περιοχών. Μην ξεχνάμε φυσικά και την ενεργειακή κρίση, καθώς τα περίπτερα είναι κοστοβόρα λόγω των ψυγείων που έχουν», προσθέτει ο κ. Μάλλιος.

Από το Ξυστό στον αγώνα Μίλαν – Λίβερπουλ
Ο ίδιος εργάζεται ως περιπτεράς τα τελευταία 34 χρόνια και από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε μέχρι και σήμερα εργάζεται αποκλειστικά στο κέντρο της Αθήνας. Οι πιο έντονες αναμνήσεις που έχει συνδέονται με τη σύγχρονη ιστορία της πόλης και θυμάται με νοσταλγία τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως και το Euro του 2004. «Το κέντρο ήταν διαρκώς γεμάτο και εμείς δεν προλαβαίναμε να πουλάμε ελληνικές σημαίες! Μεγάλες στιγμές όμως ζήσαμε και το 2007, στον αγώνα της Μίλαν με τη Λίβερπουλ στην Αθήνα. Είχαμε επιστρατεύσει φίλους και γνωστούς να μας βοηθήσουν, γιατί οι οπαδοί των δύο ομάδων είχαν εξαντλήσει τα αποθέματα μπίρας που είχαμε. Πουλούσαμε πλέον ολόκληρα καφάσια με ζεστές μπίρες και ρίχναμε τα κέρδη μας χύμα σε κιβώτια».
Πιστεύω πως για τα επόμενα 20–30 χρόνια, τουλάχιστον, τα περίπτερα θα έχουν ζωή… Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως θα συνεχίσουν να μειώνονται, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Ο κόσμος μάς αγαπά και θα μας στηρίξει.
«Η πιο έντονη ανάμνηση όμως που έχω είναι από το 1993 όταν κυκλοφόρησε το Ξυστό. Εγώ τότε νοίκιαζα περίπτερο στον Εθνικό Κήπο. Ηταν τόσο μεγάλη η ζήτηση που δανειζόμασταν χρήματα από φίλους και οικογένεια για να μπορέσουμε να αγοράζουμε πακέτα ολόκληρα. Οπως τα αγοράζαμε, έτσι τα ξεπουλούσαμε. Ψάχναμε να ξαναφέρουμε και δεν βρίσκαμε. Θυμάμαι στα πεζούλια του Κήπου, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου, να βλέπω κόσμο να ξύνει με μανία…».

«Το “Ενα λεπτό, περιπτερά” είναι ο ύμνος μας»
Ενα άλλο σημαντικό εισόδημα των περιπτέρων ήταν τα τηλέφωνα με κερματοδέκτη, καθώς όπως σχολιάζει ο κύριος Μάλλιος τα κέρματα που μάζευαν καθημερινά πολλές φορές αντιστοιχούσαν με το μεροκάματο ενός μέσου εργάτη. «Αθελά μας βέβαια ακούγαμε πολλά και διάφορα… Δεν είναι τυχαίο το ότι το τραγούδι “Ενα λεπτό, περιπτερά” του Στράτου Διονυσίου είναι ο ύμνος του επαγγέλματός μας. Και οι τηλεκάρτες απέδιδαν πολύ καλά. Προσωπικά, δεν είχα ποτέ περιοδικά, με τα ογκώδη δώρα που είχαν, μου καταλάμβαναν πολύτιμο χώρο. Πλέον, αυτό που έχει ανέβει σε ζήτηση είναι τα προϊόντα ψυγείου και πιο συγκεκριμένα τα ενεργειακά ποτά και τα αναψυκτικά».

Παρά τις πολλαπλές κρίσεις το περίπτερο συνεχίζει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της καθημερινότητας των κατοίκων. Οπως εξομολογείται ο κύριος Μάλλιος, «όταν μου ζητάνε οι πελάτες κάτι που δεν έχω θα απαντήσω “δεν το έχω αυτή τη στιγμή”. Είμαι “λαίμαργος”, θέλω να έχω τα πάντα. Και για αυτόν τον λόγο γίνομαι και ευρηματικός, συμπυκνώνω τα πράγματα για να τα χωρέσω. Πάντα φροντίζω να τα τοποθετώ με τέτοιον τρόπο ώστε να κοιτάνε τον πελάτη, να συνομιλούν μαζί του. Και επειδή δεν είμαι ο μόνος που σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω πως για τα επόμενα 20–30 χρόνια, τουλάχιστον, τα περίπτερα θα έχουν ζωή… Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως θα συνεχίσουν να μειώνονται, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Ο κόσμος μάς αγαπά και θα μας στηρίξει».

*Την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στις 11.00, στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50), ο Θανάσης Κ. Κάππος και ο εικαστικός Ανδρέας Finch διοργανώνουν περιήγηση «Στα χαμένα περίπτερα της Αθήνας».

