GEORGI GOSPODINOV
Ο κηπουρός και ο θάνατος
μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
εκδ. Iκαρος, 2025, σελ. 223
«Aντε, και όταν γυρίσεις, έλα λίγο εδώ να ξεκουραστείς μερικές μέρες». Ο πατέρας του. Τον περιμένει να έρθει μετά το ταξίδι του, ο γονιός τον νοιάζεται, τον έχει κατά νου να μην κουράζεται, το σπίτι στο χωριό έχει πάντα ανοιχτή την αγκαλιά του. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Μήπως είναι «έλα να μου κάνεις παρέα, έλα να ζήσουμε μαζί τις τελευταίες μου μέρες, έλα να πούμε ιστορίες όπως παλιά, έλα να δεις μαζί μου για τελευταία φορά τον κήπο μου που είναι εγώ, κουράστηκα και θέλω βοήθεια, σ’ αφήνω, με παίρνει ο θάνατος, έλα πριν χαθούμε για πάντα».
Ο πατέρας του πονάει στη μέση, πονάει και πιο ψηλά μέχρι το κεφάλι, αυτός ο πανύψηλος, γερός, αγέρωχος άνδρας σιγά σιγά σκύβει, αποκτά την κυρτωμένη πλάτη του αρρώστου. Οι εξετάσεις φανερώνουν τον καρκίνο, που είναι παντού πια, που του αφήνει λίγους μήνες ζωής και είναι Νοέμβριος. Παζάρια με τον γιατρό, για ζωή μέχρι του Αγίου Γεωργίου να μαζευτεί η οικογένεια γύρω του, μάλλον η γιορτή πέφτει μακριά, μέχρι τα Χριστούγεννα ίσως; Ισως. Θα πεθάνει τέσσερις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα με τον γιο του να του κρατάει το χέρι, παρηγοριά και για τους δυο τους.
Οι τελευταίες αυτές μέρες που θα ζήσουν μαζί, ο ένας υποφέροντας και ο άλλος φροντίζοντας, θα φωτίσουν αυτή την όχι δύσκολη, μα σιωπηλή σχέση. Τα αισθήματα στη Βουλγαρία του ανατολικού μπλοκ που και οι δυο τους βίωσαν, δεν είναι αποδεκτό να εκφράζονται, πρέπει να συγκρατούνται, να βυθίζονται στη σιωπή που μοιάζει με ανυπαρξία. Και όμως υπάρχουν. Κρύβονται στις ματιές, στα σύντομα τηλεφωνήματα, στην επιστροφή μετά τα ταξίδια, στη χαρά για τη γέννηση της εγγονής, για την αναγνώριση του γιου ως άξιου συγγραφέα που βραβεύεται.
Κρύβονται και σε τούτον τον κήπο που είναι ολόκληρη η ζωή του πατέρα. Το μποστάνι με τα λαχανικά, το κτήμα με τα καρποφόρα, η γωνιά με τα λουλούδια, οι αιώνιες ολλανδέζικες τουλίπες που οι βολβοί τους κάθε χρονιά αναγεννιούνται μέσα από τον θάνατο.
Οι μέρες πατέρα και γιου γεμίζουν ιστορίες, αναμνήσεις, ολόκληρη η παιδική, εφηβική, ενήλικη ζωή του συγγραφέα φανερώνεται πάλι μέσα από τις σκηνές της οικογενειακής καθημερινότητας, άλλοτε δύσκολης, άλλοτε τραγικής, κάποτε ευχάριστης και γελαστής, χάρη σε αυτόν τον αυτοσαρκαζόμενο, υπέροχο άνθρωπο αρχών, τον πατέρα του. Δεν είναι συχνό ένα τόσο δύσκολο βίωμα, όπως η συγκατοίκηση με τον θάνατο που έρχεται, να μετουσιώνεται σε ύμνο για τη χαρά της ζωής. Ο Γκοσποντίνοφ αυτό καταφέρνει. Μετατρέπει την προσωπική ιστορία της απώλειας του πατέρα του σε κίνητρο για πραγματική ζωή, σε φροντίδα να μην περάσουμε έτσι άσκεφτα και σκυφτά τη ζήση μας, μα να μείνουμε όρθιοι έως το τέλος. Κοιτάζοντας πίσω να βλέπουμε το αξιοβίωτο ακόμη κι αν είναι γραμμένο σε ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο γεμάτο ημερομηνίες και δουλειές: Πότισα, ράντισα, κλάδεψα, φύτεψα.
Aμεσος χωρίς να γίνεται σκληρός, ρεαλιστής χωρίς να σοκάρει, ειλικρινής χωρίς έπαρση, ο συγγραφέας φανερώνει την ανάγκη του να κρατήσει αξιοπρεπή τον πατέρα του μέχρι την τελευταία στιγμή. Και ταυτόχρονα να προετοιμαστεί, που μοιάζει ανέφικτο, για τη ζωή χωρίς τον γονιό του. Η πρώτη σκέψη, πώς θα ζήσω εγώ χωρίς, γίνεται ο πατέρας μου πέθανε, δεν ξέρω τι να κάνω. Εκείνος που νοηματοδοτούσε ανεπαίσθητα όλη τη ζωή, παίρνει μαζί του την ουσία της και αφήνει ξέψυχο, στεγνό, κενό τούτον τον γιο που, ας ειπωθεί επιτέλους, τους ένωνε η αγάπη.
Γράφει την τελευταία σελίδα στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Ο κήπος έχει ρημάξει, η άνοιξη παλεύει να αναγεννήσει τα πάντα, μόνο ο πατέρας του θα μείνει στη γη, θα είναι πια κήπος. Θα του έχει χαρίσει το τελευταίο πολύτιμο δώρο: αυτό το έξοχο βιβλίο.

