ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ
«Ο Ιωσήφ ήρθε μετά»
εκδ. Καστανιώτη, 2025, σελ. 208
Υπάρχουν λέξεις χωρίς κανένα βάρος. Σκορπάνε στο πρώτο φύσημα του αέρα και χάνονται, σαν να μη γράφτηκαν, σαν να μη διαβάστηκαν ποτέ. Κι άλλες που δυσκολεύεσαι να τις προσπεράσεις, να τις διαχειριστείς, ακόμη και να τις αντέξεις μερικές φορές. Κολλάνε, θαρρείς, πάνω σου, σε ακολουθούν, μένουν στο μυαλό σου, τις παιδεύεις όπως η γλώσσα το δόντι που πονάει. Γιατί είναι βουτηγμένες στην οδύνη αληθινών ζωών, όχι επινοημένων. Τέτοιες είναι οι λέξεις του νέου μυθιστορήματος της ομότιμης καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου «Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» (Εκδόσεις Καστανιώτη).

Ισως τελικά αυτό να είναι η δικαίωση που προσφέρει στην Ανθή, στον Μάρκο, στον Ιωσήφ και στη Θάλεια η Φωτεινή Τσαλίκογλου: με μια γλώσσα λιτή, που δεν προσπαθεί να προκαλέσει εύκολη συγκίνηση, καταφέρνει να μην ξεχαστούν στη σιωπή όσοι δεν άντεξαν και έφυγαν, αλλά και να μην πάνε χαμένες οι ραγισμένες ζωές εκείνων που έμειναν. «Αναζήτησα το νόημα, όχι το σοκ, τη διερώτηση, όχι την ωμή αναπαράσταση. Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι για τα όρια, τις δυνατότητες, τα ομολογημένα και ανομολόγητα κίνητρα της λογοτεχνικής γραφής όταν έρχεται αντιμέτωπη με ένα τέτοιο υλικό», λέει η ίδια η συγγραφέας.
«Αναζήτησα το νόημα, όχι το σοκ, τη διερώτηση, όχι την ωμή αναπαράσταση. Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι για τα όρια, τις δυνατότητες, τα ομολογημένα και ανομολόγητα κίνητρα της λογοτεχνικής γραφής όταν έρχεται αντιμέτωπη με ένα τέτοιο υλικό», λέει η συγγραφέας.
Με μάτια κλειστά
Διάβασα τις 208 σελίδες αυτής της σύγχρονης τραγωδίας απνευστί στη διάρκεια ενός πολύωρου αεροπορικού ταξιδιού. Κλείνοντας το βιβλίο –και τα μάτια μου– για αρκετά λεπτά μετά, ένιωσα σαν να αιωρούμαι πάνω από την πολυκατοικία της Κυψέλης, βλέποντας τις παιώνιες, τα χρυσάνθεμα, τα κυκλάμινα, τις ορτανσίες της Ανθής, σχεδόν αγγίζοντάς τα. Η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου διατηρεί την υγρασία στο ανθισμένο μπαλκόνι της νεκρής μητέρας, αποτρέπει τον μαρασμό. Κάνει τον αναγνώστη να βουρκώνει αλλά και να κατανοεί, να συναισθάνεται. Να συνειδητοποιεί πως ό,τι μας πονάει βαθιά ζητάει να ειπωθεί για να κλείσει το τραύμα και πως πάντα υπάρχει μια ρωγμή, ακόμη και στο (πιο) αποτρόπαιο.

