Ας μιλήσουμε για τους ψηφιακούς βιβλιόφιλους, ολοένα και πιο πολυάριθμους και θορυβώδεις, ένθερμους προασπιστές της καλής λογοτεχνίας. Οι περιπαθείς αυτοί αναγνώστες και κριτικοί εγκαταβιώνουν στο Διαδίκτυο, όπου δοξολογούν, όταν δεν λοιδορούν, το βιβλίο, φωτισμένοι από το άστρο της αυθεντίας τους. Και μιας και μιλάμε για δοξολογίες, ας ξεκαθαρίσουμε ότι ένα βιβλίο, όσο εκλεκτό και αν είναι, δεν έχει τίποτε το ιερό. Αντιθέτως, η οιονεί ιεροποίησή του το καθιστά άθυρμα κάθε λογής φανατισμού. Ο άκρατος ιδεαλισμός στρεβλώνει την κρίση και υποθάλπει τον θυμό.
Ο λόγος για τα βιβλία έχει κατακυριεύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με άμεσο αντίκτυπο στον τρόπο που προσλαμβάνουμε τη λογοτεχνία. Πρόκειται για τη λογοτεχνία των λάικ. Τα βιβλία κατακλύζουν το Διαδίκτυο. Τα βλέπουμε κοντά σε γλάστρες, δίπλα σε φλιτζανάκια με καφέ και πιατάκια με πάστες, πίσω από δάχτυλα, πάνω σε πόδια, πάνω σε σεμεδάκια, σε παραλίες και βουνά, ανάμεσα σε αρμαθιές στιλό και μπιμπελό που τα πλαισιώνουν σαν παραστάδες. Θα διακινδύνευα να πω πως το βιβλίο έχει φετιχοποιηθεί, έχει μεταβληθεί σε αξεσουάρ, σε ένα πρωτίστως αισθητικό αντικείμενο. Αμφιβάλλω αν όλοι όσοι φωτογραφίζουν βιβλία, τα διαβάζουν κιόλας. Μια καλή selfie είναι ευκολότερη από μια καλή κριτική.
Χούλιγκαν και άλλοι
Τα διαδικτυακά ήθη επηρεάζουν βαθιά την αποτίμηση των βιβλίων. Θεωρώ πως ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία ο κριτικός λόγος έχει εκπέσει, είτε σε οπαδικές ζητωκραυγές είτε σε ομαδικά λιντσαρίσματα. Οι διαδικτυακές βιβλιοπαρουσιάσεις χαρακτηρίζονται από μια χαριτωμένη, ανάλαφρη γλώσσα, η οποία αποσκοπεί στην απόσπαση της ευαρέσκειας των ακολούθων. Βέβαια, υπάρχουν και οι σπουδαιοφανείς, που καταφεύγουν σε στρυφνούς λεκτικούς τρόπους και γερό name dropping, προκειμένου να καταδείξουν το πνευματικό τους υπόβαθρο. Αυτοί μένουν ασφαλείς. Δεν γίνεται να τα βάλεις με μια θέση που δεν καταλαβαίνεις. Συχνότατες, από την άλλη, είναι οι συντομογραφικές αποφάνσεις, λες και ο γράφων ή η γράφουσα κατέχει ανυπέρβλητη αυθεντία. Δυο τους λέξεις αρκούν, καμιά φορά μόνο το εξώφυλλο.
Το βιβλίο έχει φετιχοποιηθεί, έχει μεταβληθεί σε αξεσουάρ, σε ένα πρωτίστως αισθητικό αντικείμενο. Αμφιβάλλω αν όλοι όσοι φωτογραφίζουν βιβλία, τα διαβάζουν κιόλας. Μια καλή selfie είναι ευκολότερη από μια καλή κριτική.
Πέρα από λιγοστές εξαιρέσεις, ο λόγος περί βιβλίων στα social media περιορίζεται σε άκριτα υμνολόγια και υβρεολόγια, σε επιφανειακές εντυπώσεις, απότοκες βιαστικών ή και ανύπαρκτων αναγνώσεων. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και στην έντυπη κριτική, αλλά στα social media είναι πιο ευδιάκριτες οι δοσοληψίες που υποκρύπτονται στην εκάστοτε ετυμηγορία. Λέγε με Σίλερ, να σε λέω Γκαίτε. Ο κριτικός λόγος, με προφανείς κατευθύνσεις και στοχεύσεις, συντηρεί ένα σύστημα αλληλοκολακείας. Κάθε διαδικτυακός βιβλιοκριτικός ξέρει ότι απευθύνεται σε συγκεκριμένη κοινότητα, το κοινό του, το οποίο προσπαθεί να κολακέψει προτείνοντάς του βιβλία ταιριαστά με το προφίλ του. Αλλωστε οι περισσότεροι μεταξύ τους, βιβλιοκριτικοί και βιβλιόφιλοι, είναι φίλοι στο Facebook και στο Instagram. Αν και οι ψηφιακές φιλίες συχνά αποδεικνύονται άσπονδες. Γι’ αυτό οι πιο σφοδρές διαμάχες καταλήγουν προσωποκεντρικές, παραμερίζοντας το βιβλίο του πληττόμενου συγγραφέα για να εστιαστούν στο πρόσωπό του. Μοιάζει με πόλεμο φατριών. Οι κοινότητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν φαίνεται να συμπαθούν ιδιαίτερα η μία την άλλη. Αν μη τι άλλο, είναι ευερέθιστες.
Οι διαδικτυακές κρίσεις καθοδηγούνται από την ευκολία της διατύπωσής τους. Πέρα από μερικές εξαιρέσεις, το τονίζω ξανά, δεν ξεπερνούν το επίπεδο ψιλοκουβέντας. Το βιβλίο δεν διαβάζεται, άλλοτε διαφημίζεται και άλλοτε δυσφημίζεται. Οπως και να ’χει, θριαμβεύουν η ρηχότητα, η ευτέλεια, η προχειρολογία και η κενολογία. Από το άλλο μέρος, όσο και αν απώτερη φιλοδοξία της κριτικής είναι να καρφιτσώσει στον χρόνο τα βιβλία που αγαπά, τις περισσότερες φορές αντιμετριέται με το εφήμερο. Σήμερα ένα καινούργιο βιβλίο παλιώνει ολοένα πιο γρήγορα. Για να προλάβει την πρόωρη γήρανση, το περιεχόμενο στις ηλεκτρονικές σελίδες ανανεώνεται διαρκώς, σωρεύοντας στις οθόνες αδιάβαστα αριστουργήματα, που σβήνουν τάχιστα σαν διάττοντες αστέρες.
Στα social media είναι πιο ευδιάκριτες οι δοσοληψίες που υποκρύπτονται στην εκάστοτε ετυμηγορία. Λέγε με Σίλερ, να σε λέω Γκαίτε. Ο κριτικός λόγος, με προφανείς κατευθύνσεις και στοχεύσεις, συντηρεί ένα σύστημα αλληλοκολακείας.
Ο λόγος περί βιβλίων στο Διαδίκτυο δημιουργεί την αίσθηση μιας ασπαίρουσας βιβλιοφιλίας, μιας τεράστιας αγοράς αναγνωστών, άφαντης στα βιβλιοπωλεία. Ξαφνικά όλοι καταπιάνονται με μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγηματογραφικές και ποιητικές συλλογές. Τα ξεφυλλίζουν με ζέση, αγωνιούν να μιλήσουν για αυτά, μέχρι να πιάσουν στα χέρια τους άλλα, φρεσκότερα. Την τιμητική της έχει, φυσικά, η ξένη λογοτεχνία, μη τυχόν και θιγούν οι ευαισθησίες των ντόπιων λογοτεχνών. Εχω τη γνώμη ότι η βιβλιοφιλική πολυλογία απομειώνει την αξία τού εκάστοτε βιβλίου. Ολοι μιλούν και όλοι θεωρούν τη γνώμη τους ισότιμη, αν όχι εγκυρότερη, με κάθε άλλη. Δεν είναι, όμως, όλες οι απόψεις ισοβαρείς, με την έννοια ότι δεν μπορούν να αξιώσουν την ίδια βαρύτητα. Φυσικά, καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το Διαδίκτυο προσφέρει έναν απέραντο χώρο για κάθε λογής λόγο. Αλλά όταν μιλούν πολλοί μαζί, αναπόφευκτα η ουσία θα χαθεί. Η απόλυτη σχετικοποίηση και ο συναφής εξισωτισμός της σημασίας των ετερόκλητων λόγων και λογυδρίων θολώνουν επικίνδυνα τη διαύγεια της κρίσης, τα αναγνωστικά κριτήρια και περαιτέρω την ιεράρχηση των λογοτεχνικών έργων.
Οι «ακόλουθοι»
Ενας παράγοντας που πυκνώνει την ομίχλη γύρω από την ποιότητα των προωθούμενων βιβλίων είναι οι λεγόμενοι ακόλουθοι. Οι ακόλουθοι είναι ένα πλήθος που τρομάζει με την απροσδιοριστία του. Μπορεί να είναι κατά φαντασίαν συγγραφείς, επίδοξοι βιβλιοκριτικοί, φανατικοί αναγνώστες, τρολ, φίλοι και εχθροί. Οσοι προασπίζονται τη διάκριση της ποιοτικής λογοτεχνίας έναντι των ευτελέστερων μορφών της μιλούν συχνά για έλλειψη αρνητικών κριτικών. Σε ποιους, όμως, στ’ αλήθεια, αρέσει μια κακή κριτική; Σίγουρα όχι στους συγγραφείς και σίγουρα όχι στους ακολούθους τους ή στους κατ’ αντανάκλαση θιγομένους. Οι μόνοι που πιθανόν θα εκτιμήσουν μια αρνητική βιβλιοκρισία είναι εκείνοι που δεν προσβάλλονται από αυτήν. Και μάλλον θα την εκτιμήσουν για τους λάθος λόγους.
Μετά την οικονομική κρίση τού 2010 και δέκα χρόνια από την πανδημία της COVID-19, την κοινωνία βαραίνει ένας ακατάσχετος θυμός. Το βλέπουμε και το νιώθουμε καθημερινά γύρω μας. Οι ακόλουθοι στα social media δεν είναι διόλου απρόσβλητοι από αυτόν τον παροξυσμικό θυμό. Με αφορμή μια κρίση που δεν ανταποκρίνεται στην προσωπική τους πολιτική ορθότητα ή θέτει υπό αίρεση τον δικαιωματισμό τους, αποδύονται σε διαξιφισμούς τόσο διαπρύσιους, που προσιδιάζουν σε ρινγκ. Αν θέλουμε αρνητική κριτική στη λογοτεχνία, πρέπει ασφαλώς να είμαστε σε θέση να τη δεχόμαστε, όχι χωρίς αντεγκλήσεις, ούτε όμως με γιουχαΐσματα. Γενικά, πολύς θυμός στο μικρό χωριό.

