Μέσα σε λίγες ημέρες έγραψε το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» ο Γιώργος Κουμεντάκης. Το συνέθεσε «πυρετωδώς», όπως αναφέρει ο ίδιος στο σημείωμα που υπογράφει ως συνθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο πρόγραμμα της παράστασης, έπειτα από ανάθεση της Ομάδας Εδάφους του Δημήτρη Παπαϊωάννου το 1995 για «τους φίλους που χάθηκαν από AIDS». Τριάντα χρόνια μετά, το «Ρέκβιεμ» με τον εμβληματικό στίχο «ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο» του Δημητρίου Καπετανάκη, παρουσιάστηκε στην ΕΛΣ το περασμένο Σάββατο για έναν κύκλο 12 παραστάσεων και έφερε στη σκηνή, εκτός από τον Κουμεντάκη και τον Παπαϊωάννου, τον διεθνούς φήμης αρχιμουσικό Θεόδωρο Κουρεντζή. Το «Ρέκβιεμ» ερμήνευσαν οι σολίστ μουσικοί της Ορχήστρας της ΕΛΣ, το χορωδιακό σύνολο ΜΕΙΖΟΝ Ensemble και οι υψίφωνοι Ντιάνα Νοσίρεβα και Ξένια Ντορόντοβα. Ο Ηλίας Μαγκλίνης και ο Παναγιώτης Κούστας αναλύουν τις μουσικές και κινησιολογικές πτυχές της παράστασης, που θα ταξιδέψει στο Παρίσι για να παρουσιαστεί στο ιστορικό Théâtre du Châtelet.
Σ. Ι.
Μουσική που αναβλύζειαπό το άδηλο
Του Ηλία Μαγκλίνη
Το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» ξεκινά όπως ένας θρήνος χαμηλόφωνος· με μια αργόσυρτη, ψιθυριστή εισαγωγή των εγχόρδων που σταδιακά πλαισιώνεται κάθε τόσο από τον ελεγειακό ήχο των ξύλινων πνευστών, κυρίως του κλαρινέτου, προετοιμάζοντας τον ακροατή/θεατή για τις δραματικές εντάσεις που θα ακολουθήσουν.
Είναι όντως ένα ρέκβιεμ, βασισμένο στο ποίημα «Λάζαρος» του Δημητρίου Καπετανάκη, ποιητή που χάθηκε το 1944, στα 32 του χρόνια, χτυπημένος από τη λευχαιμία. Και είναι ένα ρέκβιεμ που σε μεγάλο βαθμό ο συνθέτης το εμπιστεύεται στην παλαιά καλή τονικότητα των κλιμάκων. Αυτό το καθιστά τόσο προσιτό και ελκυστικό; Οχι· το έργο έχει τη δραστικότητα της μουσικής σύνθεσης που βασίζεται μεν σε μια συγκεκριμένη ιδέα, όμως την ίδια στιγμή αναβλύζει από το άδηλο και το απλησίαστο που φωλιάζει σαν μαύρη τρύπα μέσα μας. Ο Κουμεντάκης έχει την ικανότητα να ανασύρει από αυτό το εσωτερικό χάος μουσική που είναι αποχαιρετισμός και συνάμα μια χειρονομία ευγνωμοσύνης προς το γεγονός ότι ακόμα και εκείνοι που χάθηκαν (τόσο παράλογα και άδικα) κάποτε υπήρξαν στο πλάι μας.

Requiem aeternam dona eis Domine et lux perpetua luceat eis: οι πρώτοι στίχοι της νεκρώσιμης ακολουθίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Δηλαδή: Ανάπαυση αιώνια δώσε τους, Κύριε, και το φως το ακατάπαυστο ας τους φωτίζει. Αλλά ο Κουμεντάκης προτιμά να μην «ντύσει» με τη μουσική του το λατινικό κείμενο. Ούτε και τα αντίστοιχα νεκρώσιμα ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού: «Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος; Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος; Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα· μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται»…
Το έργο του Κουμεντάκη κινείται σε μιαν άλλη παράδοση της μουσικής φιλολογίας, όπου στιχουργικά εγκαταλείπεται το λατινικό τυπικό: το μνημειώδες Γερμανικό Ρέκβιεμ του Γιοχάνες Μπραμς, κυρίως όμως το Πολεμικό Ρέκβιεμ του Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Εκεί το λατινικό κείμενο εναλλάσσεται με τους φοβερούς στίχους του Ουίλφρεντ Οουεν, του πιο σημαντικού, ίσως, Αγγλου ποιητή, που έγραψε για τη φρίκη των χαρακωμάτων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Οουεν σκοτώθηκε μόλις μία εβδομάδα πριν από την ανακωχή του 1918. Υπήρξε ομοφυλόφιλος· ειπώθηκε ότι στην ποίησή του οι εικόνες των σπαραγμένων ανδρικών κορμιών έχουν τη δική τους κρυφή σημασία.
Σήμερα, ο «Λάζαρος» του Καπετανάκη ακούγεται και σαν έναν άλλο Λάζαρο, το «Lazarus», το κύκνειο άσμα που άφησε ο Ντέιβιντ Μπόουι προτού πεθάνει χτυπημένος από τον καρκίνο. Τα έργα συνομιλούν μεταξύ τους μέσα στον χρόνο κι ας μην το ξέρουν.
Το «Ρέκβιεμ» του Κουμεντάκη είχε γραφεί με αφορμή τις απώλειες του AIDS στα ’80s και στα ’90s. Το αίσθημα παραμένει ζωντανό – τώρα όμως έχει διευρυνθεί. Είναι ένα «Ρέκβιεμ» για τον καθένα μας· για τον κάθε άνθρωπο που χάσαμε όλοι και μαζί με αυτόν ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής μας.
Καθρέφτης της εποχής δημιουργίας του
Toυ Παναγιώτη Κούστα
Δύο άνδρες πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, καθένας τους εκκινώντας από διαφορετική άκρη της μπούκας της Κεντρικής Σκηνής της ΕΛΣ προς το κέντρο της. Οπλισμένοι με σουγιάδες, κόβουν τις φλέβες τους και δίνουν τα χέρια. Μπροστά τους, στη μέση του προσκηνίου και πάνω από την ορχήστρα, ένα κολονάτο ποτήρι γεμίζει με αίμα. Μια σκάλα σαν μονοκόμματη κερκίδα καταλαμβάνει όλον τον σκηνικό χώρο πίσω τους, εκτεινόμενη σε ύψος έως εκεί που φτάνει το μάτι του θεατή. Από την κορυφή της, για τα επόμενα σαράντα λεπτά, αυτοί οι δύο άνδρες και δεκάδες άλλοι θα γλιστρούν, θα κατεβαίνουν, θα πέφτουν, ξανά και ξανά. Αλλοτε σαν ψάρια που σπαρταρούν και άλλοτε βαριά, αφήνοντας ένα γδούπο σαν προκληθέντα από μοιραίο λάβωμα. Μοιάζουν να τελειοποιούν την τόσο ταυτισμένη με τον σύγχρονο χορό «τέχνη της πτώσης». Κάπως έτσι μπορεί να περιγράψει κανείς εν τάχει, αλλά με ακρίβεια, το κινητικό κομμάτι του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα». Πρόκειται για αναβίωση του πρώτου μέρους του θρυλικού διπτύχου «Ενός λεπτού σιγή» της Ομάδας Εδάφους, που παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1995 και ήταν αφιερωμένο στα θύματα του AIDS.
Στην πρεμιέρα της αναβίωσης, το Σάββατο, το «men only» χοροθέαμα, παρότι μαλάκωνε από το sui generis ορατόριο του Γιώργου Κουμεντάκη, το διαπερνούσε μια ποιητική σκληρότητα. Λειτουργούσε, θα λέγαμε, σαν καθρέφτης της εποχής δημιουργίας του, όταν η λοίμωξη από HIV ταυτιζόταν με την γκέι εμπειρία, τη νόσηση και τον θάνατο. Τα σιδερένια ράντζα που καρφώθηκαν στην κερκίδα για να δηλώσουν τα κλινήρη μαρτύρια, το πρώτο γυμνό σώμα ανάμεσα στα πολλά ντυμένα, οι άνδρες που κατέβηκαν τη σκάλα όρθιοι κουβαλώντας γύρω από τους ώμους τους –σαν αρνιά που μόλις σφάχτηκαν– ανήμπορους ή ήδη νεκρούς άλλους άνδρες, αλλά και τα σωματικά ταμπλό βιβάν που παρέπεμπαν στην εικονογραφία της Αποκαθήλωσης και του Επιτάφιου Θρήνου, αποτύπωναν με καθηλωτικό τρόπο την πραγματικότητα της εποχής. Ο, δε, συμβολικός κύκλος του κολονάτου ποτηριού έκλεισε με μια αιμάτινη μετάληψη στο φινάλε του έργου, μια σκηνή τελετουργική, σχεδόν παγανιστική, προοίμιο του «Δράκουλα», άλλης εμβληματικής παραγωγής της Ομάδας Εδάφους, που ακολούθησε το 1997. Πού καταλήγουμε; Μακάρι να ακολουθήσει δεύτερος κύκλος παραστάσεων του «Ρέκβιεμ», για όσους δεν πρόλαβαν να κλείσουν εισιτήριο.

