«Μια στιγμή να διορθώσω την οθόνη μου, για να δεις την ανατολή του ηλίου στο Λος Αντζελες», λέει στην αρχή περίπου της διαδικτυακής συνέντευξής μας η Κάθριν Ε. Φλέμινγκ. «Τη βλέπεις; Ωραία δεν είναι;» ρωτάει έπειτα από λίγο. Και έχει δίκιο: το χάραμα στα μέρη της, όσο διακρίνεται τουλάχιστον, διαθέτει μια ασυνήθιστη ομορφιά. Σύντομα μάλιστα θα γίνει σαφές ότι, ανεξαρτήτως περίστασης, η Αμερικανίδα ιστορικός, παρότι καταπιάνεται με θέματα απαιτητικά και περίπλοκα, έχει μια ικανότητα να αναδεικνύει και τις δικές τους «υποφωτισμένες» ή και «αισιόδοξες» πτυχές.
Προ ημερών, π.χ., έδωσε στο Μουσείο Getty Villa στην Καλιφόρνια μια διάλεξη με τίτλο «Φούρνοι και συναγωγές: Ο κοινός ελληνικός και εβραϊκός χώρος στην Υστερη Αυτοκρατορία της Μεσογείου». Μίλησε, μεταξύ άλλων, για τη συνύπαρξη Ελλήνων ρωμανιωτών Εβραίων και Ελλήνων χριστιανών ορθόδοξων στο ενετοκρατούμενο Ηράκλειο της Κρήτης του 16ου αιώνα, για τον τρόπο που οι κοινότητες διαπραγματεύονταν τις περιστασιακές διαφορές τους στους δημόσιους χώρους (λ.χ. στους φούρνους), αλλά και για μια ηγετική φιγούρα του τοπικού εβραϊκού πληθυσμού: τον ραββίνο Ελιάχου Καψάλη, του οποίου τα νομοθετήματα «μας δίνουν μια αίσθηση του πόσο αναμεμειγμένες ήταν οι ζωές των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων», τονίζει η Κάθριν Ε. Φλέμινγκ.
Η διάλεξη έκλεισε με την ακρόαση ενός μελοποιημένου αποσπάσματος του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου, που, όπως επισήμανε η ιστορικός, βασίστηκε στη μεσαιωνική μυθιστορία «Paris et Vienne» (1432) και διαδραματίζεται σε έναν προχριστιανικό κόσμο, με άρχοντα τον βασιλιά Ηρακλή. «Είναι ένα φανταστικό σύμπαν, που αντλεί στοιχεία από παντού, όχι από θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις της εποχής», εξηγεί η ιστορικός και συμπληρώνει: «Δείχνει ότι στην καλλιεργημένη Κρήτη του 16ου αιώνα μπορούσε να φανταστεί κανείς πολλούς διαφορετικούς κόσμους και μαρτυρεί μια δεκτικότητα του νησιού σε ποικίλες πνευματικές και πολιτισμικές επιρροές».
Ηταν, δηλαδή, ένα ευχάριστο μέρος για να είναι κάποιος Εβραίος; «Σίγουρα ήταν πιο ευχάριστο από ό,τι ήταν τότε η Ισπανία ή η Πορτογαλία», αποκρίνεται η Φλέμινγκ, υπενθυμίζοντας τους διωγμούς από την Ιβηρική που είχαν υποστεί οι Σεφαραδίτες Εβραίοι επί Ισαβέλλας Α’. «Οι Βενετοί δεν ασκούσαν διώξεις στους Εβραίους, όμως στην Κρήτη έπρεπε να επιστρέφουν στο σπίτι συγκεκριμένη ώρα και να φροντίζουν να είναι αναγνωρίσιμοι στους δημόσιους χώρους. Μπορούσαν όμως να διαπραγματεύονται με τις Αρχές και κάποτε, στη διάρκεια μιας επιδημίας, κατάφεραν να φροντίζουν οι ίδιοι τους ασθενείς τους, αντί λόγου χάρη να εκτοπιστούν στη Σπιναλόγκα. Το γεγονός επίσης ότι ο Ελιάχου Καψάλης είχε φιλική σχέση με τον Βενετό δούκα Κάρλο Καπέλο είναι ενδεικτικό. Με άριστα το 10, λοιπόν, θα έβαζα στην Κρήτη ένα 6 ή 7. Οπως γνωρίζουμε, πάντως, για να είναι κάποιος Εβραίος, ένα καλύτερο μέρος ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία».
«Η Ιστορία βελτιώνεται όταν οι άνθρωποι προτίθενται να συζητήσουν για το παρελθόν χωρίς να το υπερασπίζονται ή να απολογούνται για αυτό».
Συγγραφέας των βιβλίων «Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων» και «Αλή Πασάς, ο Μουσουλμάνος Βοναπάρτης» (εκδ. Οδυσσέας), πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του J. Paul Getty Trust, καθηγήτρια Ελληνικού Πολιτισμού στην Εδρα «Αλέξανδρος Ωνάσης» του Τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, αλλά και συνιδρύτρια του αρχείου προφορικής ιστορίας Istorima, η Κάθριν Ε. Φλέμινγκ, που έχει λάβει τιμητικά την ελληνική υπηκοότητα, μίλησε στο Getty Villa στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων «Θάλεια Ποταμιάνου 2025-2026» της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Τον Μάιο ακολουθεί η διάλεξη «Να πεθαίνεις σαν αληθινός Ελληνας: Ελληνες και Εβραίοι από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά» (θα δοθεί στο Κέντρο Παραστατικών Τεχνών Skirball της Νέας Υόρκης), ενώ τον Οκτώβριο η Φλέμινγκ θα μιλήσει στο Κότσεν Χολ, στην Αθήνα (το θέμα θα ανακοινωθεί). Η συγκεκριμένη σειρά διαλέξεων έχει φέτος το κοινό όνομα «Αυτά τα δύο σημεία επιρροής: Ιουδαϊσμός, Ελληνισμός και Σύγχρονη Ελλάδα».
Πάμε λοιπόν και στο σήμερα. Καθώς η 27η Ιανουαρίου έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ ως Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ρωτάμε την Κάθριν Ε. Φλέμινγκ για το υπό κατασκευήν Μουσείο Ολοκαυτώματος της Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη. Πώς θα επηρεάσει τη μνήμη της εβραϊκής ιστορίας της χώρας; «Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι το πρόγραμμα του μουσείου. Πολλά τέτοια εγχειρήματα επικεντρώνονται στην εξασφάλιση της τοποθεσίας, στο κτίριο κ.λπ. Αυτό που πραγματικά μετράει, όμως, είναι η ζωντανή λειτουργία του θεσμού και η σχέση του με το κοινό», απαντά η ιστορικός και συνεχίζει: «Με το συγκεκριμένο πρότζεκτ εμπλέκομαι σε ένα μικρό βαθμό. Ενα ερώτημα που με απασχολεί, είναι μέχρι ποιο σημείο πρέπει η εβραϊκή ιστορία να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το Ολοκαύτωμα. Υπάρχει ένα ολόκληρο παρελθόν εδώ, για αυτό στη διάλεξή μου ξεκίνησα από τον 16ο αιώνα. Σήμερα, έχοντας το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, ξέρουμε πώς τελειώνει αυτή η ιστορία, αλλά μου φαίνεται προβληματική η ιδέα ότι οφείλει να καταλήγει πάντα να αφορά απλώς το Ολοκαύτωμα. Η απάντηση, λοιπόν, εξαρτάται από τον προγραμματισμό του ιδρύματος».
Πολιτική ουδετερότητα
Μιλώντας για μνήμη και Ιστορία, ποια είναι η άποψή της για τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στους πολιτιστικούς θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ιστορικό παρελθόν των ΗΠΑ; «Δεν είμαι αφελής, δεν πιστεύω ότι υπάρχει “καθαρή” ιστορία, για την οποία μπορούμε να συζητήσουμε απαλλαγμένοι από κάποια ιδεολογική οπτική γωνία», υπογραμμίζει η Κάθριν Φλέμινγκ. «Θεωρώ όμως ότι το καλύτερο για την Ιστορία είναι να την αφηγούνται είτε οι άνθρωποι που την έζησαν είτε οι ιστορικοί που τη μελέτησαν», λέει. Και καθώς στο Λος Αντζελες ξημερώνει πια για τα καλά, καταλήγει: «Νομίζω ότι η Ιστορία βελτιώνεται όταν οι άνθρωποι προτίθενται να συζητήσουν για το παρελθόν χωρίς να το υπερασπίζονται ή να απολογούνται για αυτό. Ξέρετε, ο Τραμπ αντιδρά και αυτός σε μια συγκεκριμένη στιγμή της αμερικανικής ιστορίας· λειτουργεί σε ένα ιστορικό συμφραζόμενο. Κατά τη γνώμη μου, τα μουσεία οφείλουν να διατηρούν μια πολιτική ουδετερότητα. Το δικό μου ίδρυμα τέτοια στάση κρατάει. Δεν έχει να κάνει τόσο με το αν ο Τραμπ μου αρέσει ή όχι, όσο με την πεποίθηση πως το καλύτερο για τους θεσμούς είναι να προσπαθούν να παραμένουν πολιτικά ουδέτεροι».

