Εφραίμ Ζούροφ: Καθημερινοί άνθρωποι έγιναν εγκληματίες

Εφραίμ Ζούροφ: Καθημερινοί άνθρωποι έγιναν εγκληματίες

Η έρευνα και οι διώξεις ναζί, το κοινό μοτίβο στη συμπεριφορά και στην ψυχολογία των περίπου πενήντα που οδήγησε στη Δικαιοσύνη και ο διοικητής του «Αουσβιτς των Βαλκανίων»

8' 9" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

20 Νοεμβρίου 1945, οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών εκκινούν τη δίκη της Νυρεμβέργης και φέρνουν στο εδώλιο τους 24 από τους πρωταιτίους των ναζιστικών θηριωδιών. Κυρίαρχη φυσιογνωμία ο Χέρμαν Γκέρινγκ, γνωστός και ως «Στρατάρχης του Ράιχ», ενώ στο κάδρο ο Γιοαχίμ φον Ρίμπεντροπ (υπουργός Εξωτερικών) και ο Ρούντολφ Ες (διοικητής στρατοπέδου Αουσβιτς).

Ογδόντα χρόνια μετά, ο 77χρονος Εφραίμ Ζούροφ, γεννημένος δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση της δίκης, ανέλαβε το έργο των προκατόχων του: να φέρει τους τελευταίους εν ζωή πρωταγωνιστές των ναζιστικών θηριωδιών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Σήμερα, σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, ο τελευταίος «κυνηγός ναζί» τονίζει στην «Κ» ότι έχει κρεμάσει τα παπούτσια του.

«Οταν ξεκίνησα ως ιστορικός την ακαδημαϊκή μου καριέρα», λέει στην «Κ», «είπα στον εαυτό μου ότι δεν θέλω να γράψω Ιστορία, αλλά να κάνω κάτι πρακτικό και να αλλάξω ορισμένα πράγματα που, κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν δίκαια. Ξεκίνησα το 1972», αναφέρει λιτά.

«Στα χρόνια που ακολούθησαν, προσπάθησα να κατανοήσω τα μοτίβα των ανθρώπων που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα», υπογραμμίζει, φωτίζοντας τις σημαντικότερες υποθέσεις του. «Ολοι γνωρίζουμε τη σχεδόν “μαγική” δύναμη που ασκούσε ο Χίτλερ πάνω στον γερμανικό λαό και την ικανότητά του να τους ωθεί να πράττουν όσα θεωρούσε αναγκαία».

«Ο γερμανικός λαός ήταν σε μεγάλο βαθμό δηλητηριασμένος από τη ναζιστική προπαγάνδα και μία από τις πιο τρομακτικές πτυχές του Ολοκαυτώματος ήταν ότι οι ναζί κατάφεραν να πείσουν απολύτως φυσιολογικούς ανθρώπους, που δεν ήταν εγκληματίες πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να διαπράξουν μερικά από τα πιο φρικτά εγκλήματα της ανθρώπινης ιστορία».

Τον ρωτάμε αν εντόπισε κάποιο κοινό μοτίβο στη συμπεριφορά και στην ψυχολογία των περίπου 50 ναζί που οδήγησε στη Δικαιοσύνη. Απαντάει καταφατικά: «Το μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ τους είναι ότι όλοι ήταν εγκληματίες, αλλά δεν είχαν εγκληματήσει πριν. Οι άνθρωποι που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα, ειδικά τις εκτελέσεις από την Einsatzgruppe (σ.σ. παραστρατιωτικές ομάδες θανάτου των SS), και αυτοί που πυροβόλησαν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους είχαν την ευκαιρία, εάν δεν ήθελαν, να μη σκοτώσουν αυτούς τους ανθρώπους. Και κανείς δεν εκτελέστηκε ή τιμωρήθηκε αυστηρά επειδή δεν ήθελε να σκοτώσει γυναίκες, παιδιά και μωρά. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι είχαν την επιλογή και αυτό με έκανε ακόμη πιο αποφασισμένο να τους φέρω ενώπιον της Δικαιοσύνης».

Αμετανόητος

Μας διηγείται για τον πρώτο σημαντικό ναζί που εντόπισε, τον Κροάτη Ντίνκο Σάκιτς, διοικητή του στρατοπέδου Γιασένοβατς, γνωστού ως «Αουσβιτς των Βαλκανίων». «Ηταν ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους που βρήκα και τον παραπέμψαμε σε δίκη», σημειώνει. «Ο Σάκιτς ζούσε με αλαζονεία, ποτέ δεν άλλαξε το όνομά του και ποτέ δεν κρύφτηκε. Εδινε συνεντεύξεις στα κροατικά μέσα και δήλωνε ανοιχτά ότι, αν μπορούσε, θα ανακτούσε με χαρά τη θέση του ως διοικητή του στρατοπέδου».

Οι ναζί κατάφεραν να πείσουν απολύτως φυσιολογικούς ανθρώπους να διαπράξουν μερικά από τα πιο φρικτά εγκλήματα της Ιστορίας.

«Εφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι “το πρόβλημά μας ήταν ότι δεν τελειώσαμε τη δουλειά, γιατί αν το κάναμε δεν θα υπήρχαν άνθρωποι να διαδίδουν ψέματα για το στρατόπεδο”», προσθέτει, «εννοώντας την εξόντωση Σέρβων, Εβραίων και Ρομά».

Ο Ζούροφ θυμάται με φρίκη περιγράφοντας τις εικόνες από το γιουγκοσλαβικό στρατόπεδο: «Εσκιζαν τις κοιλιές των γυναικών κρατουμένων και σκότωναν τα έμβρυα. Σαν ζώα. Θέλω να πω, ούτε τα ζώα δεν είναι τόσο κακά».

Ο Ζούροφ εξιστορεί και κάτι ακόμη πιο συγκλονιστικό, τη στιγμή που, μετά τη δίκη Σάκιτς, ένας άνδρας τον πλησίασε και του είπε μία μόνο φράση: «Hvala (ελλ. ευχαριστώ). Εξαιτίας σας ο Σάκιτς οδηγήθηκε σε δίκη».

Εφραίμ Ζούροφ: Καθημερινοί άνθρωποι έγιναν εγκληματίες-1
«Tο “κυνήγι” φαίνεται ότι έχει τελειώσει», λέει στην «Κ» ο Εφραίμ Ζούροφ, παρότι παραδέχεται πως θα ήθελε να φέρει περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους ενώπιον της Δικαιοσύνης. [A.P. Photo/Kerstin Joensson]

«Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος», μας εξηγεί. «Ρώτησα τους ανθρώπους δίπλα μου και μου είπαν ότι τον είχαν δει στη δίκη αρκετές φορές, καλοντυμένο και διακεκριμένο. Εψαξα και έμαθα ότι ήταν ο αδελφός του Μίλo Μπόσκοβιτς».

«Τον Απρίλιο του 1944, υπήρξε κάποια παραβίαση της πειθαρχίας που είχε επιβληθεί στην περιοχή. Ο Σάκιτς κάλεσε όλους τους πολίτες να μαζευτούν στην πλατεία και να παραταχθούν σε μια γραμμή. Περπατούσε πάνω-κάτω μπροστά από τις σειρές των κρατουμένων και διάλεγε ανθρώπους εντελώς τυχαία. Και πήρε αυτόν, τον Μίλο Μπόσκοβιτς, που ήταν ο πρώτος άνθρωπος από το Μαυροβούνιο που εστάλη στο στρατόπεδο Γιασένοβατς, και όταν τον διάλεξε για να τον κρεμάσουν, ο Μπόσκοβιτς του είπε: “Το όνομά μου είναι Μίλο Μπόσκοβιτς, είμαι γιατρός από το Μαυροβούνιο και η παράδοσή μου δεν μου επιτρέπει να κρεμαστώ”. Ετσι, ο Σάκιτς έβγαλε το περίστροφό του, τον πυροβόλησε στο κεφάλι και τον δολοφόνησε».

«Δεν νομίζω ότι ο αδελφός του είχε ονειρευτεί ποτέ ότι η Κροατία θα γινόταν δημοκρατική και ότι θα οδηγούσε τον Ντίνκο Σάκιτς σε δίκη και θα τον καταδίκαζε σε 20 χρόνια φυλάκιση», τονίζει, «και αυτό το ευχαριστώ σήμαινε πολλά για μένα».

Στο πέρασμα των δεκαετιών, ο Ζούροφ δεν σταμάτησε να εντοπίζει ηγετικά στελέχη και όσους διέπραξαν ναζιστικά εγκλήματα στις χώρες τους, ένα ταξίδι που τον οδήγησε σε πολλές περιπέτειες, από την Αυστραλία μέχρι τη Λιθουανία και από τη Ρουμανία μέχρι την Ουγγαρία. Το ρωτάμε για τις στρατηγικές που χρησιμοποίησε για τον εντοπισμό τους, με τον ίδιο να αναφέρει μια σύνθεση μεθόδων, ερευνητικών εργαλείων και αποδεικτικών μέσων. «Χρησιμοποίησα κάθε είδους αξιόπιστη πληροφορία που μπορούσα για να αποδείξω τα εγκλήματά τους».

«Υπήρχαν άνθρωποι όπως ο Ζεντάι, ένας Ούγγρος που έφυγε στην Αυστραλία, ο οποίος αρνήθηκε ότι είχε σκοτώσει τον Πέτερ Μπαλάζ, έναν νεαρό Εβραίο που είχε πιάσει σε τραμ στη Βουδαπέστη χωρίς να φοράει το κίτρινο αστέρι. Και αρνήθηκε ότι το είχε κάνει, αλλά υπήρχαν πολύ καλές αποδείξεις ότι τον είχε δολοφονήσει μαζί με δύο άλλους αξιωματικούς στον στρατώνα του, στην “οδό 58 Arena” στη Βουδαπέστη, και έριξαν το πτώμα στον Δούναβη».

«Πρέπει να γνωρίζετε», αναφέρει, «ότι ποτέ δεν παρουσίασα μια υπόθεση στη Δικαιοσύνη μιας χώρας, εκτός αν ήμουν σίγουρος ότι οι πληροφορίες ήταν 100% αξιόπιστες».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Ζούροφ θυμάται και την υπόθεση του Ούγγρου αξιωματικού Σάντορ Κεπίρο (αθωώθηκε το 2011). «Αν και ο Κεπίρο ισχυριζόταν ότι ήταν αθώος, δεν ήταν καθόλου αθώος και η ουγγρική εισαγγελία άσκησε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης, αλλά πέθανε πριν εκδοθεί η απόφαση. Ωστόσο, κατά κάποιον τρόπο, κατέστρεψα τη ζωή του και αυτό ήταν ένα επίτευγμα», υπογραμμίζει.

«Ο Κεπίρο ήταν ένας φρικτός άνθρωπος, ψεύτης και δολοφόνος, και το ήξερε καλά. Οταν διέπραξε τα εγκλήματα, πέρα από αρχηγός της αστυνομίας ήταν και δικηγόρος. Οδήγησε τους άνδρες του στην περιοχή Νόβι Σαντ με αποστολή να μαζέψουν τους Εβραίους, τους Σέρβους και τους Ρομά και να τους μεταφέρουν στον Δούναβη για να τους πυροβολήσουν και να τους δολοφονήσουν».

«Οταν έλαβε τις διαταγές που του δόθηκαν από τον ανώτερό του, αυτές ήταν: “Αν κάποιος προκαλέσει προβλήματα, μη διστάσετε να τον πυροβολήσετε” και ο Κεπίρο απάντησε: “Θέλω να δω τις διαταγές γραπτώς”. Και ήξερε, ως δικηγόρος, ότι αυτή η διαταγή ήταν παράνομη. Ετσι, ο ανώτερός του τους είπε ότι οι διαταγές –όπως αυτή– διανέμονται μόνο προφορικά και δεν καταγράφονται γραπτώς. Παρά το γεγονός ότι η διαταγή ήταν παράνομη, ο Κεπίρο την εκτέλεσε και τους δολοφόνησε».

Συνεχίζοντας τη συζήτηση, ο Ζούροφ εξηγεί ότι, μέσα από την εμπειρία του, έχει αποκτήσει μια βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. «Διδάχθηκα ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να φανταστεί κάποιος και μπορούν να κάνουν τα πιο φρικτά πράγματα σε άλλους ανθρώπους. Για παράδειγμα, οι Ουστάσι (Ustase), οι φρικτοί φασίστες Κροάτες, έβλεπαν τους Σέρβους, Εβραίους και Ρομά ως εχθρούς τους και για αυτό ήθελαν να τους καταστρέψουν».

«Εχουν ήδη πεθάνει»

Οταν τον ρωτάμε εάν εξακολουθεί να «κυνηγά» ναζί, απαντά με μια δόση απογοήτευσης: «Οχι, νομίζω ότι οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ήδη πεθάνει. Αν βρούμε κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός και αρκετά υγιής ώστε να παραπεμφθεί σε δίκη, θα προσπαθήσω να βοηθήσω. Από ό,τι γνωρίζουμε από τη γερμανική κυβέρνηση δεν βρίσκουν κανέναν που να μπορεί να παραπεμφθεί σε δίκη». «Ωστόσο», σημειώνει, «τα τελευταία χρόνια, μετά την αλλαγή της πολιτικής δίωξης της Γερμανίας, έγιναν οκτώ δίκες και όλοι τους καταδικάστηκαν. Μέχρι το 2008, για να διωχθεί κάποιος στη Γερμανία για ναζιστικά εγκλήματα, έπρεπε να αποδειχθεί ότι το άτομο αυτό διέπραξε ένα συγκεκριμένο έγκλημα εναντίον συγκεκριμένου ατόμου. Επομένως, έπρεπε να γνωρίζεις το όνομα του θύματος και να αποδείξεις ότι το έκανε λόγω φυλετικού μίσους. Και αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει τόσα χρόνια μετά. Οι Γερμανοί, όμως, προς τιμήν τους, συνέχισαν να αναζητούν τα άτομα που υπηρέτησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ήταν υπεύθυνα για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αθώων Εβραίων, Ρομά, ακόμη και Γερμανών».

Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να φανταστεί κάποιος και μπορούν να κάνουν τα πιο φρικτά πράγματα σε άλλους ανθρώπους.

«Επομένως», δηλώνει, «το “κυνήγι” φαίνεται ότι έχει τελειώσει και νιώθω λίγο λυπημένος που τελείωσε, γιατί θα ήθελα να συνεχίσω και να φέρω περισσότερους από αυτούς ενώπιον της Δικαιοσύνης και να εκδικηθώ τους φρικτούς θανάτους υπέροχων ανθρώπων που σκοτώθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι ή Ρομά».

Η Θεσσαλονίκη

Σχετικά με την Ελλάδα, παραδέχεται ότι δεν είχε υπόθεση στη χώρα μας, αλλά γνωρίζει καλά την ιστορία της Θεσσαλονίκης και την αποδεκατισμένη εβραϊκή κοινότητα. «Είναι πολύ δύσκολο για ένα άτομο να καλύψει όλη την Ευρώπη. Μας τελείωνε ο χρόνος και έπρεπε να προσπαθήσουμε να βρούμε τις υποθέσεις που θα μπορούσαμε να φέρουμε σε δίκη και να δικάσουμε αυτούς τους ανθρώπους», επισημαίνει, τονίζοντας ότι έπρεπε να ιεραρχεί τις υποθέσεις που είχαν πιθανότητες να φτάσουν στο δικαστήριο.

Πριν τον αποχαιρετήσουμε, θυμάται τη ρήση του διάσημου «κυνηγού ναζί», Σίμον Βίζενταλ. «Ο Βίζενταλ σε μια συνάντηση είπε το εξής: “Δεν είμαι πολύ θρήσκος Εβραίος, αλλά πιστεύω στον κόσμο μετά. Και όταν οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος πεθάνουν, θα συναντήσουν τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Και τα θύματα θα ρωτήσουν τους επιζώντες: “Εσείς ήσασταν οι τυχεροί. Τι κάνατε με τη ζωή σας;”. Και, όπως ανέφερε ο Βίζενταλ, ο ένας θα απαντήσει: “Ημουν δικηγόρος”. Ενας δεύτερος θα πει: “Εκανα λαθρεμπόριο αμερικανικών τσιγάρων στα στρατόπεδα προσφύγων”. Η δική του απάντηση όμως ήταν: “Ποτέ δεν σας ξέχασα”».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT