Το λυκόφως της δημιουργίας

«Καθώς μεγαλώνεις, το μοναδικό καταφύγιό σου είναι η δουλειά», γράφει ο Ουίλιαμ Γκάντις στο «Αγάπη χαίνουσα» (Ποταμός: 2025, μτφρ.: Γ. Μπέτσος). Η φράση, κοινότοπη και ανησυχαστική, μας εισάγει στο σύμπαν του συγγραφέα

4' 31" χρόνος ανάγνωσης

«Καθώς μεγαλώνεις, το μοναδικό καταφύγιό σου είναι η δουλειά», γράφει ο Ουίλιαμ Γκάντις στο «Αγάπη χαίνουσα» (Ποταμός: 2025, μτφρ.: Γ. Μπέτσος). Η φράση, κοινότοπη και ανησυχαστική, μας εισάγει στο σύμπαν του συγγραφέα. Δεν πρόκειται όμως για προτεσταντική ηθικολογία περί εργασιακής πειθαρχίας, αλλά για βιωματική διαπίστωση: σε έναν κόσμο όπου οι μηχανισμοί παραγωγής νοήματος φθείρονται, η εργασία –όχι ως απασχόληση, αλλά ως άσκηση αυθεντικού ύφους– παραμένει το τελευταίο πεδίο αντίστασης. Υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων της τεχνητής νοημοσύνης, η θέση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση ευαγγελίζεται τη μείωση του φόρτου εργασίας, υποσχόμενη έναν κόσμο με άπλετο χρόνο για ουσιαστικές ενασχολήσεις. Στην απίθανη περίπτωση που το πρώτο σκέλος της πρότασης επαληθευτεί, ουδόλως πείθομαι για τις «ουσιαστικές ενασχολήσεις». Το υποτιθέμενο κενό που αφήνει η όποια μείωση εργασιακού φόρτου δεν γεμίζει με νόημα, αλλά με νόθα ψυχαγωγία. Το υποκείμενο μετατρέπεται σε διασκεδαστή του εαυτού του, σε παραγωγό περιεχομένου μέσα από μια επίφαση δημιουργικότητας που αναλώνεται στην αδιάκοπη αυτοπαρουσίαση. Η καθολική έκπτωση ποιότητας στη γλώσσα, στις αξίες, στην τέχνη, την οποία ο συγγραφέας στηλιτεύει αμείλικτα, δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας μετάβασης: από την καλλιέργεια, έστω και ψηγμάτων αυθεντικότητας, στην ψηφιακή μανιφακτούρα· από το έργο στο προϊόν.

Η τέχνη της πιανόλας

Το «Agapê Agape» γράφεται σε έναν κόσμο που δεν έχει ακόμη γνωρίσει την αλγοριθμική διαμεσολάβηση της εμπειρίας. Κι όμως, οι εμμονικές παρατηρήσεις για την πιανόλα –τη μηχανή που αναπαράγει την εκτέλεση χωρίς τη συμβολή του εκτελεστή– λειτουργούν ως αλληγορία για την παραδοξολογία που μόλις τώρα συνειδητοποιούμε: την αυτοματοποιημένη κατά παραγγελία δημιουργία. Ο τίτλος, εξάλλου, δόκιμα μεταφρασμένος, αναφέρεται στο (χαίνον) κενό, στις οπές που συνιστούν την αρχή λειτουργίας της πιανόλας. Η μηχανική αναπαραγωγή δεν υποσκάπτει απλώς την τέχνη· καταργεί την ανάγκη της δεξιότητας, δηλαδή της δοκιμασίας, της αποτυχίας και της επανάληψης που ανάγουν την εργασία σε ηθοπλαστική δεξιότητα – το «καταφύγιο» στο οποίο αναφέρεται ο Γκάντις.

Η ελληνική έκδοση, συνοδευόμενη από δύο κατατοπιστικά δοκίμια, συνιστά υποδειγματική πύλη εισόδου, όχι μόνο στο έργο του Γκάντις αλλά και σε μια ολόκληρη παράδοση συγγραφέων που κινήθηκαν στο ίδιο αισθητικό ύφος: Πίντσον, Ντε Λίλο, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Το σύντομο αλλά εξαιρετικά απαιτητικό κείμενο δεν είναι μια αφήγηση με τη συμβατική έννοια, αλλά η σκιαγράφηση του τρόπου εργασίας που ασπάζεται τη «θεωρία του χάους (ως) φορέα της τάξης». Εύλογα θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι έτσι λειτουργούσε πάντοτε η τέχνη: μέσα από ασυνέχειες και υφολογικές υπερβολές. Ομως, ο Γκάντις και οι επίγονοί του δεν αποτελούν τον κανόνα. Στέκονται στην κόψη του ξυραφιού, εκεί όπου η μορφική πυκνότητα κινδυνεύει να καταρρεύσει (και ενίοτε καταρρέει) σε ακαταληψία. Ειρωνικά, στο σημείο αυτό, ασκείται πίεση στην περίφημη Λεπίδα του Οκαμ. Η αρχή της συλλογιστικής – αφηγηματικής οικονομίας –το να μην πολλαπλασιάζουμε άνευ λόγου εννοιολογικές οντότητες– ανατρέπεται από μυθιστορήματα που όχι μόνο περιγελούν κάθε έννοια οικονομίας, αλλά προτάσσουν πολυεπίπεδες μαξιμαλιστικές κατασκευές πολύ πριν οι αμετροεπείς στοχαστικοί παπαγάλοι της Τ.Ν. αρχίσουν να υποσκάπτουν το πεδίο.

Σε έναν κόσμο όπου οι μηχανισμοί παραγωγής νοήματος φθείρονται, η εργασία παραμένει το τελευταίο πεδίο αντίστασης. Υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων της τεχνητής νοημοσύνης, η θέση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η αδιαμφισβήτητη δυσκολία ανάγνωσης αναδεικνύεται σε κρίσιμο αισθητικό και πολιτικό διακύβευμα. Η δυσκολία στην τέχνη παρεξηγείται συχνά ως ελιτισμός, επειδή συγχέεται με τον αποκλεισμό. Ομως, η αισθητική δυσκολία δεν προϋποθέτει οικονομικό κεφάλαιο, δεν απαιτεί περγαμηνές μύησης· αποζητά χρόνο, προσοχή και προθυμία να σταθεί κανείς απέναντι στο μη άμεσα καταναλώσιμο. Υπό αυτή την έννοια, δεν συνιστά ταξικό ελιτισμό, αλλά το ακριβώς αντίθετο: αντίσταση στη μανιέρα της ευκολίας που διέπει τη μαζική πολιτισμική παραγωγή, η οποία ιστορικά υπήρξε σύμμαχος όχι της χειραφέτησης, αλλά, δυστυχώς, της χειραγώγησης. Ο ταξικός ελιτισμός θεμελιώνεται στη δυσχέρεια της πρόσβασης. Η αισθητική δυσκολία, αντιθέτως, εδράζεται στην καθολικότητα της αξίωσης. Δεν απευθύνεται σε λίγους και εκλεκτούς, αλλά σε όλους χωρίς εκπτώσεις. Δεν υπόσχεται άμεση απόλαυση ούτε εγγυάται κατανόηση· ζητάει από τον αναγνώστη να διανύσει την απόσταση από τη θέση του καταναλωτή στη θέση του συμμέτοχου. Εδώ θεμελιώνεται η ελευθερία της: όχι απλοϊκά ως επιλογή, αλλά ως έξη παραμονής στην αμηχανία, την αβεβαιότητα και την επαναλαμβανόμενη αποτυχία της κατανόησης.

Η σύγχρονη πολιτισμική συνθήκη έχει ταυτίσει την προσβασιμότητα με τη δημοκρατικότητα. Ωστόσο, η άνευ όρων προσβασιμότητα καταλήγει συχνά σε μια μορφή ύπουλου πατερναλισμού: το έργο προσαρμόζεται στις πιο ευτελείς απαντοχές του κοινού, αποστερώντας του τη δυνατότητα να λυτρωθεί αισθητικά. Η δυσκολία, αντιθέτως, δεν υποτιμά ποτέ τον αναγνώστη. Τον αντιμετωπίζει ως ον δυνάμει ικανό να υπερβεί εαυτόν. Ετσι στοιχειοθετείται η βαθιά πολιτική διάσταση αυτών των έργων: η δυσκολία είναι άσκηση ελευθερίας, γιατί αρνείται να προκαθορίσει τον πήχυ της πρόσληψης.

Πράξη αντίστασης

Στο «Αγάπη χαίνουσα» η δυσκολία δεν είναι τεχνική επιτήδευση, αλλά η επαρκής μορφή ενός στοχασμού που αρνείται να συμβιβαστεί. Ο μονόλογος του Γκάντις δεν συσκοτίζει το νόημα· αντιστέκεται στη μετατροπή του σε μήνυμα. Το «υψηλό» νόημα δεν είναι ποτέ ευσύνοπτο, προτασιακό και πεπερασμένο. Οπως και στον Τόμας Μπέρνχαρντ, από τον οποίο αντλεί ρυθμούς και παραθέματα, η επαναληπτικότητα και η συντακτική αρρυθμία δεν είναι απλώς ύφος αλλά και μέθοδος: αναπαράσταση της εν τη γενέσει σκέψης, που δεν καταλήγει αλλά επιμένει.

Η λογοτεχνία που ενδημεί στη δυσκολία επιχειρεί να καταστήσει χειροπιαστή μια αλήθεια: η κοινότητα δεν συγκροτείται με την ευκολία της κατανάλωσης, αλλά γύρω από την αγάπη της δημιουργίας και τον σεβασμό απέναντι στο άφατο – το υπόλειμμα εμπειρίας που αντιστέκεται στη γλώσσα, χωρίς όμως να εκβιάζει μεταφυσικές εγγυήσεις. Το ανείπωτο –το Ακτιστο, αν προτιμάτε–, δεύτερη, βαθύτερη ερμηνεία του agape, δεν είναι μια άλλη σφαίρα, αλλά ο ζείδωρος ορίζοντας της αντίληψης: η αέναα διαστελλόμενη επικράτεια που αρδεύει τη γλώσσα, την καθιστά ενσώματη, και γι’ αυτό λυτρωτική.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT