Η συνάντηση με ένα από τα πολύ παλιά σπίτια του Πειραιά γεννάει συναισθήματα οικειότητας, αν και δεν υπάρχει προϊστορία. Είναι ένα σπίτι στην οδό Κριεζή 1 στη σκιά της Καστέλλας, κοντά στην Ακτή Δηλαβέρη, εκεί που η αύρα της θάλασσας φτάνει μέσα στην ενδοχώρα. Στα στενά νιώθει κανείς ακόμη και την ανάσα του Νέου Φαλήρου. Μια μεγάλη αγκαλιά με άλλοτε δαντελωτές ακτές και θαυμάσιο ανάγλυφο στον Σαρωνικό… Αυτό το κομμάτι του Πειραιά φέρει μνήμες αδιόρατες και ένα γοητευτικό ανακάτεμα της αστικής και της λαϊκής ζωής όπως ανέβλυζε πάντα…
Σε ένα μικρό δρόμο, την οδό Κριεζή, θα δείτε αυτήν την ισόγεια μονοκατοικία. Η Κριεζή αρχίζει από την οδό Φιλίππου, την οποία εάν ακολουθήσεις προς τη θάλασσα σε οδηγεί στην Ακτή Δηλαβέρη. Υπάρχει η αίσθηση της θαλασσινής εγγύτητας, αλλά λόγω της ανωφέρειας, καθώς βρισκόμαστε στα ριζά του λόφου, υπάρχει και η αίσθηση ενός σκαρφαλωμένου οικισμού.
Παρά την εγκατάλειψη, κυριαρχεί μια εντύπωση στιβαρότητας. Η εξώθυρα (τη φαντάζομαι ξυλόγλυπτη με φεγγίτη και ρόπτρα, σε πράσινο ή καφέ χρώμα) έχει αφαιρεθεί, αλλά η κεραμιδένια στέγη παραμένει. Είναι ίσως αυτή η οργάνωση της μορφοπλαστικής αρμονίας στην πρόσοψη που δίνει στον διαβάτη την αίσθηση της ισορροπίας, του συγκρατημένου μεγαλείου, της χάρης και της ταλάντευσης στον ιστορικό χρόνο. Να έμενε εκεί μια οικογένεια παλιά; Το πιθανότερο, καθώς το σπίτι παρά το στενό μέτωπο επί της οδού Κριεζή μοιάζει να έχει βάθος (να έχει δηλαδή 4 με 5 δωμάτια) και στη μικρή αυλή να φυτρώνει ένα δέντρο.
Μια σφιχτή μονάδα ζωής, με πρόσωπο εναρμονισμένο στην ευγενή προθήκη του αττικού νεοκλασικισμού. Το κοιτούσα με προσήλωση, σαν να είχα απέναντί μου ανθρώπινη μορφή. Τέτοια ήταν η εικονοποιητική δύναμη των συνειρμών που γεννούσε αυτό το σπίτι. Μπροστά του έχεις όλη την απάντηση στο γιατί και πώς ο νεοκλασικισμός της Αττικής απλώθηκε ώς τις ρίζες της κοινωνίας και από τα καλλιμάρμαρα μέγαρα των εθνικών ευεργετών έφτασε στους χωματόδρομους του Πειραιά.
Ανεβαίνοντας δύο και τρία σκαλοπάτια έφτανες στην εξώθυρα, που θα έστεκε πάνω από τις λάσπες του χειμώνα. Τα παντζούρια θα έτριζαν τον χειμώνα, τα τζάμια παγωμένα, μέσα μια λάμπα θα φώτιζε την τραπεζαρία. Μια ροτόντα για φαγητό, διάβασμα, ράψιμο και κουβεντολόι, η πιατοθήκη θα είχε κομμάτια από το γαμήλιο σερβίτσιο, μια καρτ ποστάλ από τη Μασσαλία θα κούρνιαζε μέσα στη φρουτιέρα δίπλα σε ένα κουβαράκι σπάγγο.
Και τώρα στέκει στον δρόμο το κέλυφος εκείνης της ζωής, ένα όστρακο στην όχθη της οδού Κριεζή. Παρ’ όλα αυτά αντηχεί, όπως ένα κοχύλι με τον αχό του πελάγους. Μπορούσα να ακούσω έναν παφλασμό που έσκαγε σαν κύμα στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο. Παρατηρούσα τον διάκοσμο.
Το αέτωμα πάνω από την πόρτα έχει βαθύ τύμπανο, είναι στέρεο και ξεκουράζεται πάνω σε διακεκομμένο θριγκό, που του δίνει βάρος και υπόσταση. Τα δύο παράθυρα με τα γαλλικά παραθυρόφυλλα (βαμμένα σε γαλακτερό υπογάλαζο γκρί χρώμα, όπως ήταν το σύνηθες) στέκουν σφιχτά σε παράταξη με τις όμορφα σμιλεμένες παραστάδες τους, με μια αίσθηση δωρικής χάρης να ξετυλίγεται…
Η ζωφόρος πάνω από την κορνίζα των παραθύρων έχει μια διάθεση ρομαντικής απόκλισης, αλλά παρατηρώντας πιο προσεκτικά μου ήρθαν στον νου τα νεοκλασικά μοτίβα της Wedgwood, της ιστορικής βρετανικής εταιρείας πορσελάνης, με καταγωγή τον στυλιζαρισμένο κλασικισμό του 18ου αιώνα.
Ενα μικρό σπίτι σε μια ανηφοριά του Πειραιά μού είχε ξυπνήσει τόσες εικόνες και είχε γεννήσει τόσους συνειρμούς. Το αποχαιρέτησα χωρίς να γνωρίζω αν θα το ξαναδώ.

