Ανάμεσα σε δύο ανυπαρξίες

Ο τίτλος προϊδεάζει τον αναγνώστη για μια εμπειρία μεταβατική, ατελή και κατ’ ουσίαν προσωρινή

3' 19" χρόνος ανάγνωσης

Σάλλυ Ρούνεϋ
Ιντερμέτζο
μτφρ.: Μυρτώ Καλοφωλιά
εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 576

Ο τίτλος προϊδεάζει τον αναγνώστη για μια εμπειρία μεταβατική, ατελή και κατ’ ουσίαν προσωρινή. Σε μια πρώτη, αφηγηματικά εύλογη ανάγνωση, υποδηλώνει το μεσοδιάστημα που ακολουθεί τον θάνατο του πατέρα του Πίτερ και του Iβαν, παραπέμποντας στην υποτιθέμενη επαναφορά σε μια πιο σταθερή εκδοχή της ζωής τους. Το πένθος, για τη Ρούνεϋ, ανάγεται σε ανατόμο της ζωής των δύο αδελφών. Eνα διάστημα, αποσύνδεσης και αναστολής, όπου οι κοινωνικώς αποδεκτοί ρόλοι διαρρηγνύονται, έτσι όπως οικογενειακές, ερωτικές και φιλικές σχέσεις θα αναθεωρηθούν. Ωστόσο, όσο το μυθιστόρημα προχωράει, καθίσταται σαφές ότι το ιντερμέτζο δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο: σταδιακά αναδεικνύεται ως υπόρρητη μεταφορά για την ίδια τη ζωή – ένα μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ανυπαρξία που προηγείται και σε εκείνη που έπεται.

Με συνέπεια και σύνεση, η Ρούνεϋ κατασκευάζει τις μυθιστορηματικές συνθήκες που επιτρέπουν να ψηλαφίσει ακόμη και βαθιά φιλοσοφικά προβλήματα, όπως η αναντιστοιχία ανάμεσα στη φυσική γλώσσα και σε αυτήν της λογικής. Η δόκιμη σύνδεση με την ύστερη φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν είναι κομβική. Oπως εκείνος αμφισβήτησε την ιδέα μιας γλώσσας που αντικατοπτρίζει πιστά την πραγματικότητα, έτσι και η Ρούνεϋ αναδεικνύει ετικέτες και κατηγορίες ως πρακτικά εργαλεία, όχι ως φορείς αλήθειας. Η γλώσσα δεν αποκαλύπτει τη ζωή· την κωδικοποιεί καθώς την κατακρεουργεί. Σε μια ζωή-ιντερμέτζο, η στοχοπροσήλωση στην ερμηνεία υποσκάπτει την εμπειρία.

Το μότο του μυθιστορήματος (Βιτγκενστάιν ξανά) –«Μα δε νιώθεις θλίψη αυτή τη στιγμή; (“Μα αυτή τη στιγμή δεν παίζεις σκάκι;”)»– συμπυκνώνει αυτή την αντίθεση. Το σκάκι, παιχνίδι απόλυτης δομής και προβλεψιμότητας, αντιπαραβάλλεται με τη ζωή, η οποία ανθίσταται σε κάθε φορμαλιστική λογική. Ακόμη και ο Iβαν, παρότι δεινός σκακιστής, όταν προσβλέπει στη μαθηματική καθαρότητα του παιχνιδιού για να βγει από το αδιέξοδό του, αποτυγχάνει παταγωδώς.

Βιώματα

Αν η ζωή είναι από τη φύση της μεταβατική, χωρίς τελικό σημείο σταθερότητας ή δικαίωσης, τότε κάθε απόπειρα να οργανωθεί σε αυστηρά ερμηνευτικά σχήματα αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η Ρούνεϋ –με αιχμηρή ιμπρεσιονιστική πρόζα που συναρμόζει διαλόγους, ροή συνείδησης και τριτοπρόσωπη αφήγηση– δεν σκιαγραφεί τη ζωή ως πορεία προς κάποια λύση, αλλά ως διαδοχή στιγμών που αποκτούν νόημα επειδή βιώνονται. Η παράφραση της καταληκτικής περιόδου της Σούζαν Σόνταγκ από το «Against Interpretation» αποκτά καθοριστική σημασία. Εκεί όπου η Σόνταγκ ζητούσε «έναν ερωτισμό της τέχνης» αντί για ερμηνεία, η Ρούνεϋ γράφει: «Χρειαζόμαστε έναν νέο περιβαλλοντικό ερωτισμό». Η μετατόπιση δεν αφορά απλώς το αντικείμενο της απόλαυσης, αλλά το ίδιο το πεδίο της ζωής.

Ο «περιβαλλοντικός ερωτισμός» που προτείνει η συγγραφέας δεν λειτουργεί ως έωλη θεωρητική διακήρυξη, αλλά ως αφηγηματικός μηχανισμός. Αποδυναμώνοντας τις κορυφώσεις και δυναμιτίζοντας την ούτως ή άλλως αβαθή πλοκή, καθώς εξισορροπεί αξιακά τις στιγμές, η Ρούνεϋ υπονομεύει την ερμηνευτική παρόρμηση που αποζητά έτοιμα σχήματα. Στο αντίπαλον δέος της ερμηνείας προτάσσει τον ερωτισμό, δηλαδή την παρεκτροπή: την εμπειρία που δεν ζητάει να εξηγηθεί, αλλά να βιωθεί. Ο συμφυρμός αιτιακών αλληλουχιών και απλών συνάψεων, χωρίς την εκβιαστική σύνθεσή τους σε τελικό νόημα, υποβάλλει υποκειμενικές, συναισθηματικές αναγνώσεις. Οι παρεκτροπές διευκολύνουν τις ταυτίσεις και καλλιεργούν τον ενάρετο ναρκισσισμό προς τα προσωπικά βιώματα του καθενός. Η Ρούνεϋ σηκώνει το κάτοπτρο και ο αναγνώστης σαγηνεύεται, όχι επειδή ερμηνεύει τι βλέπει, αλλά γιατί επικουρείται να ερωτευθεί την εμπειρία που αναγνωρίζει.

Ασυμμετρία

Εδώ, ωστόσο, αναδύεται και μια δομική ασυμμετρία. Η Ρούνεϋ δραματοποιεί υπέρμετρα τις υπαρξιακές ανησυχίες των ηρώων της, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την ηλικία τους. Ο Πίτερ, μόλις 32 ετών, συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται βαθιά στη μέση ηλικία, οικτίροντας τον εαυτό του επειδή έχει φτάσει σε ένα αμετάκλητο αδιέξοδο. Στην πραγματικότητα, καλείται να διαχειριστεί τον θάνατο του πατέρα του και τον έρωτά του προς δύο γυναίκες – εμπειρίες όχι ακριβώς ακραίες ή υπαρξιακά ανεπανόρθωτες. Η ένταση με την οποία βιώνονται μοιάζει, όμως, δυσανάλογη, ενίοτε σχεδόν κωμική. Παράλληλα, οι ήρωες εμφανίζονται απορροφημένοι στα ερωτικά και υπαρξιακά τους προβλήματα με τρόπο που παραπέμπει περισσότερο στην αυτοαναφορικότητα της εφηβείας παρά στην ωριμότητα της ενηλικίωσης. Η υπερβολική ενδοσκόπηση υπονομεύει το διακύβευμα, περιορίζοντας την απήχηση του μυθιστορήματος σε ένα κοινό που βρίσκεται ηλικιακά (ή νοητικά) κοντά στη συγγραφέα. Εκεί όπου το «Ιντερμέτζο» φιλοδοξεί, με αξιώσεις, να μιλήσει για τη ζωή ως καθολικό μεσοδιάστημα, εγκλωβίζεται σε μια ενδογενεακή υπερευαισθησία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT