«Η γεύση του τίποτα». Η γεύση του άγευστου, του άοσμου, του άχρωμου. Τους απασχολεί διαρκώς αυτή η γεύση του νερού. Μιλούν ταυτόχρονα, χωρίς να διακόπτουν ο ένας τον άλλο. Μιλούν με οξύμωρα, αντιθέσεις, διαδοχικές μετωνυμίες. Επεξηγούν διαρκώς το αυτονόητο, το προφανές, το κοινότοπο. Ο λεκτικός ρυθμός, γρήγορος και κοφτός, καταιγιστικός και σχεδόν ανεξέλεγκτος. Αναζητούν διαφυγή. Τα σώματά τους τεντώνονται, συσπώνται και αναδιπλώνονται. Κινούνται σπασμωδικά, σχεδόν μηχανικά, ισορροπώντας σε ύψη υπαρξιακά, τρομακτικά, σχεδόν εφιαλτικά. Εκπνέουν αέρα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αποδώσουν ένα κάποιο νόημα στη σχέση τους, το επιχειρούν με συνεχείς επικαλύψεις νοημάτων και ράκη συλλαβών.
Πιντερικής υφής με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, η δραματουργία του Βρετανού συγγραφέα Μάρτιν Κριμπ κινείται μεταξύ λογικού και παραλόγου, πραγματικού και φανταστικού. Το ζευγάρι της Κορίν και του γιατρού Ρίτσαρντ έχει μετακομίσει από την πόλη στην εξοχή, για να βρουν τη γαλήνη, να ανακτήσουν τη σχέση τους και να σώσουν τον γάμο τους. Σταδιακά συνειδητοποιούν ότι η συζυγική σχέση δεν σώζεται μόνο με την αλλαγή του περιβάλλοντος. Η ηρεμία τους διαταράσσεται όταν ο Ρίτσαρντ φέρνει στο σπίτι τη Ρεβέκκα, μια κοπέλα που βρήκε στον δρόμο λιπόθυμη, και από το σημείο αυτό θα αρχίσει η ετοιμόρροπη σχέση του ζευγαριού να διαλύεται, να αποσυντίθεται με έναν δραματουργικό τρόπο μεικτό, που συνδυάζει την τεχνική του ρεύματος in yer face με την υπερρεαλιστική γραφή του Κριμπ, δημιουργώντας το θέατρο που οι Βρετανοί ορίζουν ως «crimpland».
H Aικατερίνη Παπαγεωργίου σκηνοθέτησε το έργο «Στην εξοχή» ως ένα λεκτικό παιχνίδι νοηματικών αναδιπλώσεων και αλλεπάλληλων επαναφορών των καταληκτικών λέξεων και φράσεων. Τοποθέτησε τα δραματικά πρόσωπα σε ένα σκηνικό παζλ όπου το ερωτικό τρίγωνο εμπλέκεται σε μια συνθήκη μυστηρίου, φαντασιακή και ταυτόχρονα παράλογη.
Η σκηνογραφία της Μαρίας Φιλίππου είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της παράστασης. Μια παλιά σιταποθήκη που ανακαινίστηκε σε δίπατη εξοχική κατοικία με καρό ταπετσαρίες στους τοίχους, ξύλινη εσωτερική σκάλα και βελούδινες πολυθρόνες. Ενα σπίτι προορισμένο να φιλοξενήσει το όνειρο του ζευγαριού για μια νέα ζωή, ένα ευρηματικό, ευέλικτο και εναλλασσόμενο οριζόντιο σκηνικό, με μεγάλα φωτεινά παράθυρα στο δεύτερο μέρος της παράστασης, πολλαπλώς σημαινόμενα ως σκηνογραφική λύση που αποτυπώνει και τη λύση του συζυγικού αδιεξόδου.
Η μουσική του Διαμαντή Αδαμαντίδη υλοποιεί επίσης τη σκηνοθετική στόχευση της ατμόσφαιρας ενός υπαρξιακού παιχνιδιού, όπου οι σταθερές εναλλάσσονται με τις διαρκείς ανατροπές τους.
Η Παπαγεωργίου ανέδειξε τη συμβίωση των τριών δραματικών προσώπων καθώς μετατρέπεται σε εφιαλτική συγκατοίκηση, σε μια φαντασιακή συνθήκη όπου όλες οι αναστολές και οι σεξουαλικές επιθυμίες ορίζονται με άξονα τον εθισμό του Ρίτσαρντ σε ουσίες από τις οποίες προσπαθεί να αποτοξινωθεί. Η σκηνοθεσία περιστρέφεται γύρω από τον πυρήνα της επιρρεπούς προσωπικότητάς του σε κάθε είδους εξάρτηση, είτε είναι τα ναρκωτικά είτε πρόσωπα ή καταστάσεις.
Η σκηνοθέτις Αικατερίνη Παπαγεωργίου ανέδειξε τη συμβίωση των τριών προσώπων καθώς μετατρέπεται σε εφιαλτική συγκατοίκηση.
Ο Μιχάλης Βαλάσογλου διερευνά με όλες τις ερμηνευτικές του δεξιότητες την εξαρτησιογόνο διάσταση αυτής της προσωπικότητας, αποδίδοντας σωματικά και φωνητικά την ψυχοκινητική ανησυχία και την υπερδιέγερση που χαρακτηρίζουν το στερητικό σύνδρομο που βιώνει ο Ρίτσαρντ στη φάση της απεξάρτησης. Ο ηθοποιός ξεχωρίζει επίσης και σε όλη την γκάμα της κινησιολογικής οπτικής της Χρυσηίδας Λιατζιβίρη, υλοποιώντας στο έπακρο τις σκηνοθετικές προθέσεις της σύνδεσης του ρόλου με την αινιγματική σκηνική ατμόσφαιρα της «εξοχής». Απέφυγε οριακά τον κίνδυνο της σχηματοποίησης του ρόλου του λόγω της υπερβολικά κινητικής παρουσίας του στη σκηνή. Τρυφερός και ανθρώπινος, βάζει το κεφάλι του ανάμεσα στα σκαλοπάτια, τυλίγεται με το καλώδιο του τηλεφώνου, αιωρείται κυριολεκτικά στο εσωτερικό του σπιτιού. Η Μαρία Κυρώζη, ως νεαρή Ρεβέκκα, εναρμονίζεται άψογα με την ερωτική ύπαρξη που γίνεται το αντικείμενο του σεξουαλικού πόθου του Ρίτσαρντ και της παθολογικής ζήλειας της Κορίν. Η Κίττυ Παϊταζόγλου διαθέτει μια ιδιαίτερη οξύνοια στο να συλλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις του ρόλου και να μεταπηδά από τη συμβατική σύζυγο που αφιερώνει τη ζωή της στην ανατροφή των παιδιών, κόβει χρωματιστά χαρτόνια και φτιάχνει γιρλάντες με παιδικά σχέδια, στη γυναίκα που βρίσκεται σε συνεχή αναβρασμό, σε πυρετώδη κατάσταση διεκδίκησης του ερωτικού συντρόφου.
Ο Μιχάλης Βαλάσογλου υλοποίησε στο έπακρο τις σκηνοθετικές προθέσεις της σύνδεσης του ρόλου με την αινιγματική σκηνική ατμόσφαιρα.
Δύο μήνες μετά τον δραματικό χρόνο του παρόντος, το ζευγάρι φαίνεται ερωτευμένο και συμφιλιωμένο. Ακροβατεί στο εναλλασσόμενο σκηνικό, φωτισμένο έξοχα από τον Αλέκο Αναστασίου, με το φως να αντανακλά την ηρεμία της Κορίν. Είναι ευτυχισμένη ή υποκρίνεται την αγάπη; Φοράει τα καινούργια της γοβάκια, δώρο-έκπληξη του Ρίτσαρντ στα γενέθλιά της. Νιώθει σαν «το κορίτσι στο παραμύθι» ή σαν τη «βοσκοπούλα χωρίς την κατσίκα της». Μάλλον «υποκρίνεται την αγάπη». Και την υποκρίνεται πολύ καλά.
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

