Ο Κρίστιαν Τομάσιους (1655-1728) υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους του πρώιμου γερμανικού Διαφωτισμού και θεμελιωτής της εκκοσμικευμένης θεωρίας του φυσικού δικαίου στη Γερμανία. Στο έργο του, ιδίως στο «Fundamenta iuris naturae et gentium», αναλύει τη σχέση μεταξύ δικαίου, ηθικής και εξουσίας. Η κεντρική θέση του συνοψίζεται στο λατινικό χωρίο: «Ius proprie dictum locum non habet, ubi nulla est potestas cogendi», δηλαδή «το δίκαιο με αυστηρή έννοια δεν έχει θέση όπου δεν υπάρχει δύναμη εξαναγκασμού». Παράλληλα διαχωρίζει το δίκαιο από την ηθική με το χωρίο «Quod sine coactione est, ad honestum pertinet, non ad iustum», υπογραμμίζοντας πως «ό,τι υπάρχει χωρίς εξαναγκασμό ανήκει στο ηθικά καλό, όχι στο δίκαιο». Ο νόμος, σύμφωνα με τον Τομάσιους, ορίζεται ως «Lex est regula actionum externarum, cui poena est annexa», δηλαδή κανόνας των εξωτερικών πράξεων με δυνατότητα επιβολής. Μέσα από αυτά τα χωρία καθίσταται σαφής η θεμελιώδης θέση του: χωρίς δυνατότητα επιβολής δεν υπάρχει δίκαιο, και η ηθική παραμένει δευτερεύουσα. Η θεωρία αυτή συνοψίζεται μεταγενέστερα στη γερμανική σχολή με τη φράση «Macht geht vor Recht» («όποιος έχει δύναμη επιβάλλεται»), που, αν και δεν εμφανίζεται αυτούσια στο έργο του Τομάσιους, αποδίδει πιστά το πνεύμα του.
Η άλλη πλευρά
Ο Ιμάνουελ Καντ, αντιθέτως, (1724-1804) αναπτύσσει κριτική στη θέση αυτή, υποστηρίζοντας ότι η ύπαρξη δύναμης δεν μπορεί από μόνη της να νομιμοποιεί οποιαδήποτε πράξη. Σύμφωνα με τον Καντ, η νομιμότητα και η δικαιοσύνη πρέπει να θεμελιώνονται σε καθολικές ηθικές αρχές και στη λογική της ελευθερίας. Κάθε πράξη πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων και να είναι ικανή να θεμελιωθεί ως κανόνας που θα μπορούσε να ισχύει καθολικά για όλους, ώστε να θεωρείται δίκαιη και ηθικά θεμιτή.
Είναι αυτό το διακύβευμα στη σύλληψη του Μαδούρο από τον Τραμπ; Καθαρή δυνατότητα και ικανότητα που παρακάμπτει κάθε ηθικό ιδεώδες; Και ποιο θα ήταν το ιδεώδες στη συγκεκριμένη περίπτωση; Εάν ζούσαν οι δύο στοχαστές, πώς θα δικαιολογούσαν τη θέση τους;
Η υπόθεση της σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό την προεδρία Τραμπ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγκρουσης μεταξύ καθαρού ρεαλισμού ισχύος και ηθικών/νομιμοποιητικών ιδεωδών στη διεθνή πολιτική. Από την οπτική του Τομάσιους, η ενέργεια αυτή μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή, καθότι υπάρχει πραγματική δύναμη και ικανότητα δράσης από πλευράς ΗΠΑ. Ο Τομάσιους θα επιχειρηματολογούσε ότι η πράξη είναι θεμιτή, επειδή η ισχύς δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται το δίκαιο. Η ηθική, όπως η διεθνής νομιμότητα ή η προστασία της κυριαρχίας ενός κράτους, θεωρείται δευτερεύουσα. Από αυτή την άποψη, η σύλληψη Μαδούρο αποτελεί διακύβευμα καθαρής ισχύος: η δυνατότητα να δράσουν τεχνικά επαρκεί ως θεμελιώδης αιτία.
Αντιθέτως, ο Καντ θα ήταν επικριτικός απέναντι σε μια τέτοια ενέργεια. Ακόμη και αν η πράξη είναι τεχνικά δυνατή, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη αν παραβιάζει τα ηθικά και καθολικά θεμέλια της διεθνούς τάξης. Η μονομερής στρατιωτική ή πολιτική ενέργεια χωρίς διεθνή έγκριση θα παραβίαζε την αρχή της σεβαστής κυριαρχίας και της αυτονομίας των κρατών, στοιχεία που για τον Καντ είναι αναγκαία για την εφαρμογή του δικαίου. Η ισχύς πρέπει να εναρμονίζεται με ηθικό και καθολικό νόμο, και δεν μπορεί να τον αντικαθιστά.
Ο Κρίστιαν Τομάσιους θα επιχειρηματολογούσε ότι η σύλληψη του Μαδούρο από τον Τραμπ είναι θεμιτή επειδή η ισχύς δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται το δίκαιο – Αντιθέτως, ο Ιμάνουελ Καντ θα ήταν επικριτικός απέναντι σε μια τέτοια ενέργεια.
Το ιδεώδες στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την καντιανή προσέγγιση, είναι η νομιμοποίηση των πράξεων μέσω καθολικών αρχών, που σέβονται τη διεθνή τάξη και τα δικαιώματα των πολιτών. Δεν αρκεί η πρακτική δυνατότητα δράσης· η ενέργεια πρέπει να είναι ηθικώς θεμιτή και ικανή να θεμελιωθεί ως κανόνας που θα μπορούσε να ισχύει για όλους.
Η σύγκρουση Τομάσιους – Καντ καταδεικνύει τη διαρκή ένταση μεταξύ ισχύος και δικαίου. Ο Τομάσιους βλέπει την ισχύ ως θεμελιώδη προϋπόθεση του δικαίου, όπου η πρακτική δυνατότητα προηγείται κάθε ηθικού περιορισμού. Ο Καντ υπενθυμίζει ότι η ισχύς, χωρίς ηθικό θεμέλιο, μπορεί να οδηγήσει σε αυθαιρεσία και παραβίαση δικαιωμάτων. Στην περίπτωση Μαδούρο, η πρακτική ικανότητα δράσης συγκρούεται με το ηθικό ιδεώδες της διεθνούς νομιμότητας, αναδεικνύοντας τη διαρκή αντιπαράθεση μεταξύ δύναμης και δικαίου στη φιλοσοφία της πολιτικής και στη διεθνή πρακτική.
Στο ελληνικό πλαίσιο, τι νόημα έχουν όλα αυτά και πώς αντιλαμβάνεται ένας πολίτης μιας αδύναμης χώρας την αυθαιρεσία ενός δυνάστη; Ψυχολογικά, υπάρχει μια τάση να ταυτίζεται με την αυθαιρεσία της δύναμης επιβολής, αναγνωρίζοντας ότι η προστασία δεν είναι δεδομένη. Στην καθημερινή ζωή, ο πολίτης μπορεί να βιώνει καταστάσεις όπου η ισχύς υπερβαίνει την ατομική ασφάλεια, όπως όταν αντιμετωπίζει έναν επιθετικό ή καταπιεστικό παράγοντα.
Η αρχέγονη ανάγκη
Η κινηματογραφική αναφορά, όπως στους «Επτά σαμουράι» του Ακίρα Κουροσάβα (1956) και στο αμερικανικό ριμέικ «Και οι επτά ήταν υπέροχοι» (1960), αναδεικνύει αυτή την αρχέγονη ανάγκη: μια ομάδα προστατεύει τους αδύναμους χωρίς ισχυρή κρατική εξουσία, πληρώνοντας το τίμημα της προστασίας. Παρά τη διαφορά στο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο, η ουσία παραμένει ίδια: η ασφάλεια των αδυνάτων απαιτεί κάποιον που να μπορεί να εγγυηθεί την προστασία τους.
Στην πραγματική ζωή, αυτό μεταφράζεται στη συνειδητοποίηση ότι η προσωπική ευημερία και η σταθερότητα εξαρτώνται τόσο από την ικανότητα των θεσμών να λειτουργούν όσο και από την ψυχολογική δύναμη του ατόμου να διαχειρίζεται καταστάσεις αβεβαιότητας ή καταπίεσης. Ο μόνος πραγματικός εγγυητής ασφάλειας και στοιχειώδους τάξης είναι η εσωτερική σταθερότητα και η αποφασιστικότητα να ζεις με πίστη στη ζωή που έχεις επιλέξει, ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες, διαμεσολαβημένα ή άμεσα.

