Η κλίμακα της πόλης είχε αλλάξει ή μήπως ήταν τα μάτια τα παιδικά που τα έβλεπαν όλα μεγάλα; Ολα του φαίνονταν πιο μικρά απ’ ό,τι τα θυμόταν. Αυτό εξιστορούσε με την επιστροφή του στην Αθήνα, έπειτα από συνεχή απουσία 12 ετών στη Νότια Αφρική και στο Ιράκ, ο αρχιτέκτων Βασίλης Σγούτας. Ηταν τότε 26 ετών. Είχε ήδη νιώσει τι θα πει νόστος. Η μεταβαλλόμενη κλίμακα της πόλης πάντα τον απασχολούσε και στη διάρκεια της ζωής του είδε την Αθήνα να αλλάζει και να αλλάζει…
Τον Βασίλη Σγούτα τον σκεφτόμουν συχνά αυτές τις μέρες, μετά το άκουσμα για την απώλειά του, που λύπησε πολύ όσους είχαν τη χαρά και την τιμή να τον γνωρίζουν. Αναπόφευκτα είχα την επιθυμία να περπατήσω πάλι ώς το σπίτι των πρώτων παιδικών του χρόνων, εκεί όπου έζησε από τότε που γεννήθηκε στο Μαιευτήριο «Ελενα» ώς τα 14 του χρόνια. Ηταν ένα μοντέρνο, για την εποχή, διαμέρισμα στην πολυκατοικία που είχε σχεδιάσει στην καρδιά της αστικής Αθήνας ο επίσης αρχιτέκτων πατέρας του, Κώστας Σγούτας (1897-1983), με σπουδές στην École Centrale των Παρισίων.
Αν τα βήματά σας σάς φέρουν στην οδό Λυκαβηττού 5, γωνία με Σόλωνος, πιο κάτω από τον Αγιο Διονύσιο και το Πειραματικό Σχολείο, θα δείτε αυτήν την αρχοντική πολυκατοικία. Εχει την ιδιαιτερότητα η είσοδος να είναι από το πλάι, από τον ακάλυπτο χώρο, που είναι και η πρόσβαση προς το γκαράζ. «Το δικό μου δωμάτιο», είχε πει ο Βασίλης Σγούτας ενθυμούμενος τα παιδικά του χρόνια, «ήταν στον τρίτο όροφο, στη γωνία με τη Λυκαβηττού. Είχε παράθυρο που έβλεπε όλη την Αθήνα πιάτο με την Ακρόπολη στο βάθος. Με αυτήν την εικόνα μεγάλωσα».
Σήμερα, η πολυκατοικία που είχε σχεδιάσει ο πατέρας του διατηρεί όλο εκείνο το μεσοπολεμικό ανάστημα της αστικής αρχοντιάς. Μια συμπαγής αίσθηση ζωής, στέρεη, αισιόδοξη, αυτοτελής και αυτάρκης, γενναιόδωρη, ακτινοβολούσα δύναμη, ηρεμία και καλό γούστο.
Αναλογίζομαι πόσο διαφορετική ήταν εκείνη η Αθήνα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας διακρίνεται εγχάρακτη στο μάρμαρο η επιγραφή «Αρχιτέκτων Κ. Σγούτας, 1934», και όπως έλεγε ο ίδιος ο Βασίλης Σγούτας, «σήμερα έχεις την αίσθηση ότι τις δυο πλευρές της Λυκαβηττού τις χωρίζει ο δρόμος». Δεν ήταν έτσι τότε; αναρωτιόμαστε. «Οχι, δεν ήταν έτσι τότε. Με πολύ πιο ήπια κυκλοφορία, οι δυο απέναντι πλευρές συνομιλούσαν. Εγώ είχα και δυο φίλους που έμεναν απέναντι, και δεν χρειαζόταν καν να διασχίσω τον δρόμο για να μιλήσουμε».
Σήμερα, η πολυκατοικία που είχε σχεδιάσει ο πατέρας του (σε συνεργασία με την τεχνική εταιρεία Περικλή Τριανταφυλλίδη) διατηρεί όλο εκείνο το μεσοπολεμικό ανάστημα της αστικής αρχοντιάς. Μια συμπαγής αίσθηση ζωής, στέρεη, αισιόδοξη, αυτοτελής και αυτάρκης, γενναιόδωρη, ακτινοβολούσα δύναμη, ηρεμία και καλό γούστο. Ο αρχιτεκτονικός Μεσοπόλεμος είναι κομμάτι της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς στο ίδιο βάθρο με τη γενιά του ’30.
Σε εκείνο το δωμάτιο, το παιδικό και εφηβικό του νεαρού Βασίλη, μια σφαίρα μπήκε από το παράθυρο και κατέληξε στο δάπεδο, ένα μέτρο από το κρεβάτι του. Ηταν τα Δεκεμβριανά του 1944. Εκεί είχαν περάσει τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. «Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνεχών ανακατατάξεων», έγραφε, «άρχισε να μου εντυπώνεται η εικόνα της πόλης που ζούσα». Οπως σε πολλές πολυκατοικίες της εποχής, έτσι και στη Λυκαβηττού 5 και Σόλωνος, ένας «μίνι ορνιθώνας» είχε εγκατασταθεί και εκεί στη διάρκεια του πολέμου… Μνήμες και εικόνες με τις τρεις κότες στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας.
Στο θαυμάσιο βιβλίο του «Ενας Αθηναίος για την πόλη του» (εκδ. Πλέθρον, 2022), ο Βασίλης Σγούτας μπλέκει αναμνήσεις, διεθνή εμπειρία, διαρκή έγνοια για την Αθήνα. Τον σκέφτομαι μικρό, στη γωνία Λυκαβηττού και Σόλωνος. Ενα τεράστιο πεύκο, στον περίβολο του αρχοντικού Πασπάτη, που υπήρχε κάποτε Ακαδημίας και Λυκαβηττού, λίγο πιο κάτω από εκεί που έμενε, εγγράφεται στον ορίζοντα της μνήμης του.

