Το γέλιο στην πρίζα της υπερβολής

Τρεις ηθοποιοί, ένας καταξιωμένος πειραματικός σκηνοθέτης βραβευμένος με Οσκαρ για την ταινία του «ΜΠΟΥΖΙ», ο υπερ-αγχωτικός βοηθός του και ο υπεύθυνος του θεάτρου, μαζί με πολλούς κομπάρσους, δηλαδή το κοινό της παράστασης, θα προσπαθήσουν να γυρίσουν ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα […]

1' 56" χρόνος ανάγνωσης

Τρεις ηθοποιοί, ένας καταξιωμένος πειραματικός σκηνοθέτης βραβευμένος με Οσκαρ για την ταινία του «ΜΠΟΥΖΙ», ο υπερ-αγχωτικός βοηθός του και ο υπεύθυνος του θεάτρου, μαζί με πολλούς κομπάρσους, δηλαδή το κοινό της παράστασης, θα προσπαθήσουν να γυρίσουν ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από το υπουργείο Πολιτισμού με ένα μεγάλο budget. Θα καταφέρουν να ανακαλύψουν την ουσία της χώρας και να την αποτυπώσουν στην κάμερα;

Η υπόθεση του «Σποτ», όπως ονομάζεται η παράσταση του Ζήση Ρούμπου (στο θέατρο Γκλόρια) «συγγενεύει» με την ιστορία της «Καρυάτιδας» του Γιώργου Καπουτζίδη (από το Εθνικό Θέατρο). Σε αυτό «η αιθέρια Καρυάτιδα, η χαμένη έκτη αδελφή, το απαστράπτον σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού», που επί δεκαετίες βρισκόταν στο Βρετανικό Μουσείο, επιστρέφει ανέλπιστα στην πατρίδα. «Η υποδοχή της, όμως, δεν θα είναι όπως τη φανταστήκαμε, όπως τη σχεδιάσαμε, όπως την ονειρευτήκαμε» (στα εισαγωγικά φράσεις από το ενημερωτικό σημείο της παράστασης).

Οταν οι υπερβολικές καταστάσεις δεν είναι σμιλεμένες πάνω σε έναν στέρεο δραματουργικό άξονα, στο τέλος θολώνει η ανάμνηση του χαχανητού και μένει η αίσθηση της έλλειψης βάθους, δομημένου στόχου και ουσίας.

Και τα δύο θεατρικά είναι κωμωδίες καταστάσεων, μέσα από τις οποίες οι συγγραφείς επιχειρούν να αποτυπώσουν τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος (αναξιοκρατία, ρουσφετολογία, λαμογιά) και του πολιτικού προσωπικού της χώρας που έφεραν την Ελλάδα στη χρεοκοπία, στον υπερδανεισμό, στην εκποίηση του πλούτου της, στην υψηλή ανεργία, στη μετανάστευση των νέων. Ευφρόσυνες και σπαρταριστές, οι δύο παραστάσεις έχουν μεγάλη αποδοχή του κοινού – η «Καρυάτιδα» μάλιστα παίζεται για δεύτερη συνεχή χρονιά. Ωστόσο και οι δύο θεατράνθρωποι έχουν καταφύγει στην υπερβολή και στον διδακτισμό για να στιγματίσουν τα κακώς κείμενα της χώρας μας και της σύγχρονης κοινωνίας.

Η υπερβολή είναι, βέβαια, εύκολο εργαλείο για να προκληθεί γέλιο. Η μπαλαφάρα, όμως, δύσκολα μπορεί να σκιαγραφήσει τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα. Τα κάνει όλα αχταρμά και τα βάζει στον ανεμιστήρα της λασπολογίας. Οταν οι υπερβολικές καταστάσεις δεν είναι σμιλεμένες πάνω σε έναν στέρεο δραματουργικό άξονα, στο τέλος θολώνει η ανάμνηση του χαχανητού και μένει η αίσθηση της έλλειψης βάθους, δομημένου στόχου και ουσίας.

Και αυτό παρατηρείται συχνά πυκνά στον δημόσιο λόγο των καλλιτεχνών του θεάτρου. Τους αποσυντόνισε η πυκνή σε γεγονότα –και απογοητεύσεις– δεκαετία που μας πέρασε; Μήπως δεν μπορούν να αποκρυσταλλώσουν σε θεατρικό λόγο τα κοινωνικά διακυβεύματα του ελληνικού λαού; Και, εντέλει, είναι θέμα παιδείας, κουλτούρας ή πολιτικής αμηχανίας, που καταφεύγουν στον επιδερμικό καταγγελτικό διδακτισμό;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT