Εκεί που πίστευα ότι δεν υπήρχαν πια άλλα έγγραφα για τον Καβάφη, ένα με περίμενε στο Αμστερνταμ. Βρέθηκα στην ολλανδική πόλη για να συμμετάσχω σε ένα πάνελ σχετικά με το βιβλίο «Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο άνθρωπος και ο ποιητής» (που συνέγραψα μαζί με τον Πίτερ Τζέφρις). Πριν από την εκδήλωση, η Μαρία Μπολέτση, Marilena Laskaridis Chair of Modern Greek στο Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ, με σύστησε στον Πέιτερ Ντελπούτ, Ολλανδό συγγραφέα και κινηματογραφιστή, ο οποίος μόλις είχε εκδώσει ένα μυθιστόρημα για τον Καβάφη στα ολλανδικά, με τίτλο «Om wie wij zijn».
Πίνοντας καφέ, ο Ντελπούτ μου μίλησε για μια επιστολή, γραμμένη στις 25 Ιουλίου 1952, από τον G. Destunis (Γ. Δεστούνη, αφού πιθανώς επρόκειτο για Eλληνα γιατρό), προς τον εκδότη του Neue Literarische Welt, ενός γερμανικού λογοτεχνικού περιοδικού. Ο Δεστούνης, τότε καθηγητής Ιατρικής στο Βερολίνο, αφηγούνταν με θέρμη τη συνάντησή του με τον Καβάφη σε ένα σανατόριο της Κηφισιάς, όπου ο ποιητής ανάρρωνε μετά την επέμβαση στον λαιμό του το καλοκαίρι του 1932.
Αφορμή για την επιστολή του Δεστούνη ήταν η δημοσίευση, ένα μήνα νωρίτερα στο ίδιο περιοδικό, ενός άρθρου για τον Καβάφη, μαζί με τη μετάφραση δύο ποιημάτων, «Θερμοπύλες» και «Περιμένοντας τους βαρβάρους», από τον Γερμανό κλασικιστή και μεταφραστή Χέλμουτ φον ντεν Στάινεν (1890-1956). Ο Φον ντεν Στάινεν επρόκειτο να εκδώσει την πλήρη ποίηση του Καβάφη στα γερμανικά τον επόμενο χρόνο, ένα εγχείρημα που καλλιεργούσε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όπως δείχνουν δύο επιστολές που είχε στείλει στη Ρίκα Σεγκοπούλου, τη λογοτεχνική κληρονόμο του Καβάφη.
Η ανάγνωση της επιστολής του Δεστούνη υπήρξε μια απρόσμενη αποκάλυψη, καθώς πρόκειται για μια σπάνια περιγραφή της παραμονής του Καβάφη στο σανατόριο. Τον παρουσιάζει εύθραυστο και λιπόσαρκο, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινο και ακτινοβόλο. Η εικόνα του αναρρωννύοντος ποιητή που σκιαγραφεί ο Δεστούνης αντιστοιχεί σε εκείνη που προσφέρουμε στη βιογραφία – ενός ανθρώπου καταβεβλημένου από τη διάγνωση του καρκίνου, την τραχειοτομή και τη βραδεία παρακμή. Ο αυτάρεσκος και αλαζονικός ποιητής, που θυσίασε την αγάπη για να πετύχει παγκόσμια αναγνώριση και που κινητοποίησε τους οπαδούς του για να προωθήσει την καριέρα του, είχε σταδιακά δώσει τη θέση του στον εύθραυστο άνθρωπο του σανατορίου.
Η εικόνα του αναρρωννύοντος ποιητή που σκιαγραφεί ο Δεστούνης αντιστοιχεί σε εκείνη που προσφέρουμε στη βιογραφία – ενός ανθρώπου καταβεβλημένου από τη διάγνωση του καρκίνου, την τραχειοτομή και τη βραδεία παρακμή.
Το ότι παρέμεινε ματαιόδοξος μέχρι τέλους δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ούτε με ξάφνιασε το ότι συνέχισε να συγκρίνει τον εαυτό του με τον Κωστή Παλαμά. Ο Καβάφης, άλλωστε, ήταν τόσο αφοσιωμένος στο έργο του ώστε συνέχισε να δουλεύει πάνω σε ένα ποίημα μέχρι την τελευταία του πνοή. Απορρίπτοντας τη μεγαλοστομία και τη μεγαλοπρέπεια του Παλαμά, εξήρε μπροστά στον Δεστούνη το δικό του λιτό και ελεγχόμενο ύφος. Δεν γνωρίζω τι εννοούσε λέγοντας «παρά τον πανίσχυρο Νείλο». Μήπως υπονοούσε ότι, παρότι βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μνημειακότητα της αρχαίας Αιγύπτου και το μεγαλείο του ποταμού Νείλου, παρέμεινε απλός και αυστηρός στην έκφρασή του; Ισως ήθελε να υπογραμμίσει για τελευταία φορά τη στάση του απέναντι στον ρομαντισμό και τον εθνικισμό.
Δεν κατόρθωσα να βρω πολλές πληροφορίες για τον Δεστούνη. Υποθέτω ότι επρόκειτο για Ελληνα γιατρό που είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία. Οι βιβλιογραφικές και περιοδικές αναφορές τον ταυτοποιούν ως καθηγητή Ψυχολογίας. Υποθέτω επίσης ότι είναι ο συγγραφέας του «Einführung in die medizinische Psychologie» (Εισαγωγή στην Ιατρική Ψυχολογία), που εκδόθηκε το 1955 από τον Gruyter και διατίθεται σήμερα έναντι περίπου 200 δολαρίων.
Δεν με ξάφνιασε το ότι συνέχισε να συγκρίνει τον εαυτό του με τον Κωστή Παλαμά. Ο Καβάφης, άλλωστε, ήταν τόσο αφοσιωμένος στο έργο του ώστε συνέχισε να δουλεύει πάνω σε ένα ποίημα μέχρι την τελευταία του πνοή.
Κατέκτησε επαγγελματική αναγνώριση στο Βερολίνο. Για μένα, όμως, παραμένει ο νεαρός βοηθός που μας χάρισε αυτό το μικρό κόσμημα: ένα πορτρέτο του Καβάφη στο σανατόριο, σε αλληλεπίδραση με τους άλλους και με ακέραιο το χιούμορ του. Παρότι βασανισμένος από τον πόνο και τελικά άφωνος, η εσωτερική φλόγα του Καβάφη φώτιζε όσους βρίσκονταν γύρω του.
Είμαι ευγνώμων στον Πέιτερ Ντελπούτ που μου έστειλε αντίγραφο της επιστολής, στη Μαρία Μπολέτση που με οδήγησε στο «Cavafy Archive» του Γκ. Χ. Μπλάνκεν, του πρώτου μεταφραστή του Καβάφη στα ολλανδικά, το οποίο φυλάσσεται στη Special Collection του Allard Pierson Museum στο Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ, καθώς και στον Κλάας φαν ντερ Χουκ, Acting Curator of Manuscripts στο Allard Pierson, για την άδεια να μεταφράσουμε το κείμενο.
*Ο κ. Γκρέγκορι Τζουσντάνις είναι διακεκριμένος καθηγητής Τεχνών και επιστημών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο, συνσυγγραφέας της βιογραφίας «Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο άνθρωπος και ο ποιητής» (εκδ. Μεταίχμιο).
«Μιλούσε μόνο με έναν αχνό ψίθυρο»

Οταν διάβασα στην εφημερίδα σας, στις 25 Ιουνίου, το διαφωτιστικό άρθρο του Χέλμουτ φον ντεν Στάινεν για τον σύγχρονο Eλληνα ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες προσωπικές αναμνήσεις από τον άνθρωπο, όπως εγώ τον γνώρισα.
Ο ποιητής έπασχε από καρκίνο του λάρυγγα. Η νόσος είχε ήδη προχωρήσει και η χειρουργική επέμβαση ήταν πλέον αδύνατη, έτσι, το 1932, υποβλήθηκε σε τραχειοτομή. Τοποθετήθηκε ένας ενδοτραχειακός σωλήνας, ο οποίος του επέτρεπε να αναπνέει, αλλά περιόριζε δραστικά την ομιλία του. Μιλούσε μόνο με έναν αχνό ψίθυρο, και ακόμη κι αυτό απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια. Συχνά κατέφευγε στο μολύβι και στο χαρτί, καθώς οι παρατεταμένες συνομιλίες γρήγορα τον εξαντλούσαν. Λόγω της κατάστασής του, χρειάστηκε να παραμείνει για κάποιο διάστημα στο σανατόριο Renaissance, στο όμορφο αθηναϊκό προάστιο της Κηφισιάς, όπου εργαζόμουν τότε ως νεαρός ασκούμενος γιατρός. Εκεί γνώρισα τον Καβάφη, τόσο ως ασθενή όσο και ως άνθρωπο.
Ηταν λεπτόσωμος, και η ασθένεια τον είχε καταβάλει ακόμη περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, το καλοκαίρι του 1932, η διαύγειά του, η ενεργητικότητα και η κινητικότητά του δεν είχαν πληγεί ιδιαίτερα. Τα σκούρα μάτια του έδειχναν καλοσύνη και ανθρωπιά και αντανακλούσαν ένα εσωτερικό φως πνευματικότητας. Είχε μεγάλο αυτοέλεγχο, ήξερε πώς να αποκρύπτει και να υπομένει τον πόνο. Παρέμενε απλός και σεμνός, όπως υπήρξε πάντοτε. Φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, με κάποια δόση ματαιοδοξίας που δεν ήταν διόλου παράδοξη, αφού σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι συγγραφείς και διανοούμενοι τον επισκέπτονταν καθημερινά. Είχε πολλούς φίλους. Ανάμεσά τους ελάχιστες γυναίκες. Κατανοητό, αν σκεφτεί κανείς ότι οι γυναικείες μορφές απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά από το έργο του.
Η ποίησή του αποφεύγει το έκδηλο πάθος, γι’ αυτό και γίνεται υπαινικτική, εσωτερική και ορθολογική, ακόμη και μυστικιστική. Σε μία από τις κουβέντες μας, συνέκρινε τον εαυτό του με τον άλλο μεγάλο σύγχρονο Ελληνα ποιητή, τον Κωστή Παλαμά: «Ο Παλαμάς είναι μεγαλοπρεπής, πολύχρωμος, πλούσιος», μου είπε, «ενώ εγώ είμαι απλός και λιτός – παρά τον μέγα Νείλο!».
Συχνά περπατούσε στον μεγάλο κήπο του σανατορίου και καθόταν για πολλή ώρα σε ένα παγκάκι, μονάχος. Καθώς η ασθένεια του είχε στερήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την ομιλία, η επαφή του με τον έξω κόσμο γινόταν ολοένα δυσκολότερη. Ωστόσο, το πνεύμα συνέχιζε να καίει με την ίδια ένταση μέσα στον άρρωστο ποιητή. Και η ευγένεια και η ανθρωπιά του δεν τον εγκατέλειψαν ούτε στις τελευταίες του στιγμές.
Καθηγητής Γ. Δεστούνης
Βερολίνο NO 55, Kollwitzstr. 10

