Απόγευμα Κυριακής, έξω από μια προπολεμική πολυκατοικία. Με το άνοιγμα της εξώπορτας, ανεβαίνουμε τις σκάλες. Οι βαριές, βελούδινες κουρτίνες, τα χαλιά και το αναμμένο τζάκι συνθέτουν την ατμόσφαιρα της νουβέλας του Τολστόι που παρουσιάζει η Ολια Λαζαρίδου. Τριγυρίζει ανάμεσά μας, προσφέρει κόκκινο κρασί, υποδυόμενη την υπηρέτρια στη διασκευή του έργου «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», που κάπως μας εξοικειώνει με το φυσικό επακόλουθο της ζωής, τον θάνατο. Το βίωμα στη θεατρικά υπερκορεσμένη, αλλά ενδιαφέρουσα Αθήνα του 2025, μου έφερε στον νου ανάλογα ανεβάσματα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Με τη διαφορά ότι τότε παρακολουθούσαμε απεγνωσμένες προσπάθειες επιβίωσης σε εναλλακτικούς χώρους από νέους κυρίως καλλιτέχνες, οι οποίοι ήθελαν να εκφραστούν, αλλά δεν άντεχαν τα ακριβά ενοίκια.
Οκτώ χρόνια πριν από την είσοδο του 2000, που θα υποδεχόμασταν με νεοπλουτίστικη ξιπασιά, η κρίση στραγγάλιζε αργά το θέατρο. Οταν πια όλοι αποδέχθηκαν την ύπαρξη της κρίσης, το θέατρο ήδη σχημάτιζε τη δική του ανθρωπογεωγραφία λόγω μείωσης εξόδων. Παραστάσεις σε διαμερίσματα, εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, αυλές, συνεργεία, γκαράζ, στο παλιό βρεφοκομείο Αθηνών, σε ένα πρώην ραφτάδικο στην Αγίου Μάρκου, σε καφενείο, σε γυμναστήριο, ακόμη και σε τουαλέτες. Η θεατρική ομάδα ΑΣΙΠΚΑ διάλεξε τις τουαλέτες του Βios, για να παρουσιάσει το «Τρίπτυχο» του Χάινερ Μίλερ.
Η ανεργία του κλάδου άγγιζε το 80%, δήλωναν επαγγελματίες του χώρου, γιατί ήταν και η τηλεόραση που έκλεισε τις δικές της κάνουλες, ενώ από τις δραματικές σχολές αποφοιτούσε νέο δυναμικό. Πολλές παραγωγές άντεχαν για δέκα ημέρες, άλλες για μήνα και ξανά από την αρχή, με τους άγουρους ηθοποιούς να βιοπορίζονται στα καφέ το πρωί, άλλοτε σε ταχυμεταφορές. Το συνεργατικό θέατρο άπλωνε, οι ομάδες μοιράζονταν και σε αρκετές περιπτώσεις οι θεατές πρόσφεραν τον οβολό τους στο διακριτικά τοποθετημένο κουτί. «Ο,τι προαιρείστε», δηλαδή συνήθως 8 ευρώ. Ελάχιστοι έδιναν 5. Αλληλοβοήθεια υπήρχε και μεταξύ των καλλιτεχνών. Κάπως έτσι έγινε η πρόσοψη του πρώτου Cartel το 2012, όταν ο Βασίλης Μπισμπίκης με τη Φαίη Τζήμα και τον Παναγιώτη Σούλη βρήκαν το παλιό μηχανουργείο στον Βοτανικό, επειδή δεν άντεχαν τα πνιγηρά ενοίκια.
Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας με την ομάδα bouλouki έστησε το 2013 τον «Ελλην Βρυκόλαξ», με μοναδικά σκηνικά λίγα ξύλινα κουτιά, έναν ανεμιστήρα και μάσκες φαγιούμ. Η μείωση των εισιτηρίων βρήκε αμέσως ανταπόκριση στο κοινό. Οι καλλιτέχνες όμως αμείβονταν με ποσοστά και για έναν χώρο κάτω από την Ομόνοια πλήρωναν 120 ευρώ ημερησίως. Αρχισαν να εργάζονται και σε άλλες παραγωγές και τα θέατρα ήταν ανοιχτά σχεδόν όλη την εβδομάδα. «Η κατάσταση στο θέατρο μας οδηγεί σε πολλές δουλειές, κυρίως όμως να προσφερόμαστε. (…) Κάνουμε θέατρο με τη ρακοσυλλεκτική. Πολλοί νέοι δημιουργοί βρίσκουν υλικά στους κάδους απορριμμάτων» μας είχε πει τότε ο σκηνοθέτης, εικαστικός και ιδρυτής της bijoux de kant Γιάννης Σκουρλέτης, καθώς ετοίμαζε την «Κερένια κούκλα» του Κ. Χρηστομάνου.
Τα θέατρα ρεπερτορίου πάσχιζαν κι αυτά, ενώ οι μεγάλοι είχαν τον τρόπο τους. Θεάματα για όλη την οικογένεια και δόσεις νοσταλγίας συγκέντρωσαν 2.400 θεατές στο Badminton, ενώ σε θέατρο «Πάνθεον» 1.600 θεατών μετατράπηκε η πίστα «Αρένα» στην Πειραιώς για την παράσταση «Ηρακλής: Οι 12 άθλοι» με τον Σάκη Ρουβά και τη Ρούλα Πατεράκη. Το 2015, πολλοί έκαναν διάλειμμα από τη δραματοποιημένη λογοτεχνία και επέστρεψαν στο θεατρικό κείμενο. Οι μονόλογοι αυξάνονταν, όπως και τα αναλόγια. «Τα τελευταία χρόνια οδηγηθήκαμε στην υπερκατανάλωση ειδών, που δεν άφησε χρόνο να ξανασκύψουμε σε αυτό που λέμε θεατρική τιμιότητα: τη δυνατότητα να οδηγήσω το κοινό στην άκρη ενός τούνελ, έστω κι αν αυτό που θα δει είναι το αδιέξοδο», υποστήριζε ο Νίκος Διαμαντής, ιδρυτής του θεάτρου «Σημείο» και τότε στην πρώτη θητεία του ως διευθυντή στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Η εύρωστη δεκαετία των επιχορηγήσεων του ’90 ήταν παρελθόν για τα θέατρα ρεπερτορίου όπως τα «Οδός Κυκλάδων» του Λ. Βογιατζή, «Ανοιχτό» του Γ. Μιχαηλίδη, «Διπλούς Ερως» του Μαρμαρινού, «Αμόρε» του Γ. Χουβαρδά, «Απλό» του Αντ. Αντύπα κ.ά. Δύο χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες έκλεισε το «Ανοιχτό» στου Γκύζη. Το 2008 ακολούθησε το «Αμόρε», έπειτα το «Αμφιθέατρο» και το «Απλό». Εποχή που επικρατούσε, σύμφωνα με τη διευθύντρια του Θέατρου Τέχνης, Μαριάννα Κάλμπαρη, «μια αποεπαγγελματοποίηση. Εργάζονταν με όρους ερασιτεχνικούς: χωρίς αμοιβή. Παρ’ όλα αυτά, το θέατρο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά συναισθηματική επιβίωση για όλους». Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης σχολίασε για τη γενιά του το 2013 πως «γίναμε χομπίστες». Ο Γιάννος Περλέγκας δύο χρόνια αργότερα: «Το θέατρο μοιάζει με τις ειδικές αποστολές». Και το 2018 ο Αργύρης Ξάφης σχολίασε τις παθογένειες της εποχής: «Η νόσος ξεκινά από τις δραματικές σχολές. Τα παιδιά δεν έχουν καμία υποχρέωση με τις απουσίες, οι καθηγητές δεν ξέρουν ποιους μαθητές έχουν σήμερα και ποιους την άλλη εβδομάδα, υπάρχουν απατεωνιές με τα ΕΣΠΑ, και έτσι δυναμώνουν το χάος και η σύγχυση». Τόνισε ακόμη ότι το 95% των ηθοποιών πληρώνεται με ποσοστά.
«Οταν παίζεις στο Εθνικό αμείβεσαι με 780 ευρώ καθαρά, αφού δεν πάει με το τι ρόλο παίζεις, αλλά με το πόσα χρόνια δουλεύεις», εξήγησε ο Χάρης Φραγκούλης. Για τα σχόλια «γιατί κάνεις τόσο πολλά;», που άκουγε κατά καιρούς, όπως και άλλοι της γενιάς του, μας απάντησε: «Δηλαδή μου λένε, στα 33 μου, να ζητάω από τον πατέρα μου χρήματα για να ζήσω; Θέλω να τους πω: “Να μην τα τρώγατε, φίλε μου, για να μην αναγκαζόμαστε κι εγώ και η γενιά μου να κάνουμε πολλές δουλειές μαζί”».
Early bird και sold out
Στον υπερπληθωρισμό παραγωγών είχε βρει τρόπους να αντεπεξέλθει το θέατρο μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η επικοινωνία με βομβαρδισμό δημοσιεύσεων, συνεντεύξεων και φωτογραφικών story μαζί με τα σχόλια, θετικά ή πικρόχολα, οποιουδήποτε χρήστη στο Διαδίκτυο συνέβαλαν στην κινητοποίηση της αγοράς. Τα «early bird» βοήθησαν στα sold out. Στα lockdowns της πανδημίας ήρθαν οι μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις.
Στις δύο κρίσεις, η θεατρική τέχνη παρηγόρησε το κοινό στο ελεύθερο θέατρο, στις κρατικές σκηνές και, το κυριότερο, δημιούργησε ένα καινούργιο κοινό. Μεικτό, ανοιχτό, νεανικό, εντοπίζει καλές δουλειές και τις «μεταδίδει» στα social media – συνήθως παραστάσεις που φλερτάρουν με την τεχνολογία, τον έντονο ρυθμό, τη μουσική. Το ελληνικό θέατρο μοιάζει αταξινόμητο, χωρίς κυρίαρχες τάσεις. Πότε υπερεκτιμά αδιάφορες αποδομήσεις και πότε συγκινείται με το αληθινό αίσθημα και την ποίηση σε μια παράσταση. Μετά τις περιόδους των καταγγελιών αυτορρυθμίζεται με τον τρόπο της εποχής. Με μια θεματολογία γύρω από τον πόλεμο, το προσφυγικό, τις έμφυλες ταυτότητες, τη διαφορετικότητα, τις γυναικοκτονίες, τη συμπερίληψη, την πατριαρχία, τις κακοποιητικές συμπεριφορές. Και όλο και περισσότερο διεκδικεί την ποσόστωση μεταξύ ανδρών και γυναικών.
H θεατρική τέχνη παρηγόρησε το κοινό στο ελεύθερο θέατρο, στις κρατικές σκηνές και, το κυριότερο, δημιούργησε ένα καινούργιο κοινό. Μεικτό, ανοιχτό, νεανικό, με τις συνήθειες της γενιάς του, εντοπίζει καλές δουλειές και τις «μεταδίδει» ως πληροφορία στα social media.
Τι λείπει; «Να δούμε γιατί κάνουμε θέατρο». Το άκουσα πρόσφατα από ένα 28χρονο ταλαντούχο κορίτσι, τη σκηνοθέτιδα Αικατερίνη Παπαγεωργίου, η οποία συστήθηκε στο κοινό μετά την πανδημία, με την ομάδα The Young Quill. Αραγε εξέφρασε την αγωνία μόνο της δικής της γενιάς;

