Στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, η επιτέλεση της πνευματικότητας παρουσιάζει μια ιδιομορφία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελούν διαύλους επικοινωνίας, αλλά πρωτίστως συνιστούν χώρο όπου κατασκευάζονται ταυτότητες μέσα από εικόνες και κείμενα. Η ανάγνωση, η λογοτεχνία και η κριτική αποκτούν έτσι έναν χαρακτήρα παραστατικότητας: δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να προϋποθέτουν πραγματική ενασχόληση με το περιεχόμενό τους· αρκεί να μπορούν να παρουσιαστούν με τρόπο που να κομίζει μια μορφή κύρους ή διάκρισης.
Στο επίκεντρο αυτής της συνθήκης εντοπίζεται το φαντασιακό του πνευματικού κύρους: μια συλλογική ιδέα που θέλει τον καλλιεργημένο να διαθέτει ιδιότητες αξιοθαύμαστες και κοινωνικά επιθυμητές. Παρά το γεγονός ότι η κοινωνία δεν ανταμείβει υλικά τον διανοούμενο, εξακολουθεί να απονέμει υψηλή συμβολική αξία στην κουλτούρα και στις ευφάνταστες εκφάνσεις της. Τι αρδεύει όμως το συγκεκριμένο φαντασιακό; Η πνευματικότητα συνεχίζει να λειτουργεί ως η πλέον αξιόπιστη υπόσχεση χαρακτήρα: ως ένδειξη ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει ένας άνθρωπος στοχαστικός, με κριτική σκέψη, ίσως και πιο ηθικός. Αν αυτό το κύρος μπορούσε, απλά, να εξαγοραστεί ή να μετατραπεί σε εγγυημένη οικονομική επιτυχία, θα έχανε ακριβώς εκείνη τη διάσταση που το καθιστά επιθυμητό: τη διαύγεια του συμβολικού. Ο φορέας πνευματικού κύρους φαίνεται να κρατάει αποστάσεις από το οικονομικό παιχνίδι. Η κοινωνία του προσδίδει κύρος και για την αξιοπιστία του – ακριβώς επειδή φαίνεται να μην υποτάσσεται στην υλιστική λογική της. Το ότι η πραγματικότητα, ουκ ολίγες φορές, διαψεύδει αυτές τις προκείμενες λίγη σημασία έχει. Από τον πλατωνικό φιλόσοφο βασιλιά μέχρι τους ιερείς και σαμάνους, η υπόσχεση χαρακτήρα είναι βαθιά ριζωμένη σε προνεωτερικές αντιλήψεις περί ήθους και μόρφωσης. Στα κοινωνικά δίκτυα μετασχηματίζεται – κυρίως μέσω της εικόνας.
Το βιβλίο ως στήριγμα
Το σημείο αυτό μας οδηγεί σε μια μεγάλη μετατόπιση της εποχής: από την ανάγνωση ως πράξη βραδύτητας και εσωτερικότητας, στη βιβλιοφιλία, και κατ’ επέκταση στην πνευματικότητα, ως ακαριαίο οπτικό γεγονός. Η λογοτεχνία γίνεται συχνά παράσταση. Το βιβλίο αποκτά ρόλο στηρίγματος (prop) που προσδίδει συνοχή στη σκηνοθεσία της δημόσιας εικόνας του χρήστη, ανεξάρτητα από το αν το περιεχόμενό του έχει αφομοιωθεί. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσοι διανοούμενοι, ακόμα και εγνωσμένου κύρους, επιμένουν να φωτογραφίζονται μπροστά σε βιβλιοθήκες για να συνειδητοποιήσει τη σαγήνη της συγκεκριμένης εμμονής. Η πνευματική καλλιέργεια ουδέποτε εκφραζόταν μόνο μέσω της σκέψης –που απαιτεί χρόνο και κόπο–, αλλά μέσω της δηλωτικής παρουσίας του βιβλίου στο κάδρο.
Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα εμφανίζεται και η πιο ακραία έκφανση του φαινομένου: η συχνή σύμπραξη ενός σώματος –π.χ. γυναικείων ποδιών ή στήθους– με ένα βιβλίο «σοβαρής» λογοτεχνίας. Η πρακτική αυτή δεν είναι κάτι περιθωριακό και δεν παύει να χαίρει της θερμής στήριξης των εκδοτών. Το φαινόμενο αποκαλύπτει μια ριζική μεταμόρφωση των τρόπων με τους οποίους σώμα και πνεύμα παράγουν νόημα (και χρήμα) στο οπτικό περιβάλλον. Μιλάμε όμως μόνο για μεταμόρφωση των τρόπων, γιατί η ουσία ήταν πάντοτε ίδια, αν και συγκαλυμμένη.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, το σώμα και το πνεύμα νοούνται ως δύο διακριτοί πόλοι: ο ένας συνδεδεμένος με την επιθυμία, ο άλλος με τον λόγο. Στα κοινωνικά δίκτυα, όμως, συγχωνεύονται. Το σώμα παρουσιάζεται ως φορέας πνευματικότητας, και το βιβλίο/αντικείμενο ως φορέας αισθησιακής γοητείας. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι εντυπώσεων, αλλά ένα νέο είδος υποκειμενικότητας, όπου η πνευματικότητα καθίσταται στοιχείο αισθησιακής ταυτότητας και όχι απλώς απότοκο νοητικής δεξιότητας. Η αντίφαση φαντάζει βαθιά, αλλά δεν είναι: η πνευματικότητα υιοθετεί κώδικες της επιθυμίας, ενώ η επιθυμία υιοθετεί κώδικες της πνευματικότητας. Η πνευματικότητα, όμως, ειδικά στο πλαίσιο της λογοτεχνίας, δεν ήταν πάντοτε λανθάνουσα επιθυμία; Η επιθυμία, αντιστρόφως, δεν μετουσιωνόταν διαρκώς σε πνεύμα;
Σε ένα πρώτο επίπεδο, το σώμα και το πνεύμα νοούνται ως δύο διακριτοί πόλοι: ο ένας συνδεδεμένος με την επιθυμία, ο άλλος με τον λόγο. Στα κοινωνικά δίκτυα, όμως, συγχωνεύονται.
Καθώς το βιβλίο αισθητοποιείται, αποκτώντας την παιγνιώδη λάμψη της εικόνας, το σώμα χρίζεται τη στιβαρότητα του πνευματικού μόχθου. Αμφότερα, όμως, μεταμορφώνονται για να διαγνώσουν όχι την αντίφαση, αλλά την ουσία. Το βιβλίο δεν λειτουργεί ως στείρα πηγή νοήματος, αλλά ως αισθητικό/αισθησιακό σήμα. Το σώμα δεν λειτουργεί ως πεδίο επιθυμίας, αλλά ως μέσο θεατρικότητας μιας πνευματικής ταυτότητας. Συνιστά αυτή η μεταμόρφωση εκχυδαϊσμό της λογοτεχνίας ή ηθική διολίσθηση; Μια καταφατική απάντηση θα ήταν απλοϊκή, καθώς υποτιμά τη λογοτεχνία και συντηρητικοποιεί (sic) το σώμα. Το ψηφιακό τοπίο αποτελεί ένδειξη ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος όπου η εικόνα συγκεντρώνει πλέον τις λειτουργίες όλων των άλλων σημείων. Το ότι το κάνει με αφοπλιστική αμεσότητα, αποπροσανατολίζει και ενεργοποιεί αντιστάσεις που θα πίστευε κανείς ότι είχαν ατροφήσει.
Η ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να επιστρέψει σε παλαιότερα πρότυπα πνευματικότητας· δεν υπάρχει πλέον καθαρός χώρος σκέψης έξω από την εικόνα. Επιπροσθέτως, όπως είδαμε, η εικόνα απλώς διαγιγνώσκει την υποκείμενη ουσία. Αυτό που μπορούμε να διεκδικήσουμε είναι βαθύτερη επίγνωση του πώς λειτουργούν τα σημεία, πώς μεταμορφώνεται η κουλτούρα και πώς η επιτελεστικότητα μπορεί –έστω αναπάντεχα– να συμπλέει με την τέχνη.
Αμβλυνση διακρίσεων
Ας σημειωθεί ότι σε αυτό το νέο τοπίο, η διάκριση μεταξύ «σοβαρής» και «ελαφράς» λογοτεχνίας αμβλύνεται. Αν το βιβλίο είναι πρωτίστως εικόνα –το πολιτισμικό κεφάλαιο της εποχής, μέσα και από την απαξίωση της κριτικής, έτσι το μεταχειρίζεται– τότε η αξία του δεν κρίνεται μόνο από το είδος του αλλά από τον ρόλο που μπορεί να παίξει στον δημόσιο αυτοπροσδιορισμό. Η «ελαφρά» λογοτεχνία, συχνά απαξιωμένη, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, ως σημείο πρώτης επαφής με την ανάγνωση, ως χώρος όπου η επίδειξη μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι πλέον διαβάζουν για να ανακοινώνουν στα κοινωνικά δίκτυα ότι διαβάζουν. Αν αυτή η παραστατικότητα της ανακοίνωσης είναι πλέον αναπόφευκτη, τότε μπορεί να γίνει αφορμή για εκείνη τη στιγμή όπου ο κατ’ επίφαση αναγνώστης, έχοντας εγκλωβιστεί στην εικόνα, δραπετεύει τελικά στο κείμενο.

