Στις αρχές του μήνα, στο θέατρο Κιβωτός, στήθηκε μια μεγάλη, βρώμικη και ακατάστατη κουζίνα, με αληθινές κατσαρόλες, ποτήρια, πιάτα και μαχαίρια. Σε αυτήν μαγειρεύει μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου μια ομάδα 14 ηθοποιών, οι οποίοι, αν και δεν έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν τους πελάτες του θεατρικού αυτού εστιατορίου, έχουν σίγουρα κερδίσει τους θεατές της γενιάς Ζ.
Κυριακή βράδυ έξω από το θέατρο Κιβωτός, και η εικόνα θύμιζε περισσότερο συναυλία, παρά ουρά θεατών που περιμένουν να μπουν σε μια παράσταση. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ένα έργο που γράφτηκε το 1956 εξακολουθεί να προκαλεί αίσθηση σήμερα, όχι μόνο σε νεανικά κοινά, αλλά και σε ανθρώπους οι οποίοι συνήθως δεν πηγαίνουν στο θέατρο. Πρόκειται για την «Κουζίνα» του Αρνολντ Γουέσκερ, ένα έργο που θεωρείται, δικαίως, αριστούργημα και που η διαχρονικότητά του δεν μας εκπλήσσει.
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία, όμως, είναι πως χάρη στη σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Κουτλή –γνωστού, μεταξύ άλλων παραστάσεων, για τους «Παίχτες», που σημείωσαν τεράστια επιτυχία με τρεις συνεχόμενες χρονιές sold out, αλλά και για το «Οξυγόνο» του Ιβάν Βιριπάγιεφ, που ανέβηκε πέρυσι στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση– το έργο αποκτά νέα πνοή.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στον πυρήνα ενός πολυσύχναστου εστιατορίου, όπου δεκάδες νέοι άνθρωποι από διαφορετικές χώρες παλεύουν να αντεπεξέλθουν σε μία ακόμη εξαντλητική μέρα δουλειάς. Εκεί, σημασία δεν έχει η ποιότητα, αλλά η αδιάκοπη παραγωγικότητα, με τους ήρωες να έχουν αποδεχθεί την κατάσταση ως φυσιολογική.
Η «Κουζίνα» φαίνεται πως μιλάει με δυναμικό τρόπο για ζητήματα που απασχολούν έντονα τη γενιά Ζ. «Δεν θα έλεγα ότι είμαι ιδιαίτερα θεατρόφιλος· σπάνια πηγαίνω σε παραστάσεις. Αυτή όμως συζητιέται τόσο πολύ, που μου κίνησε την περιέργεια. Παρόλο που εγώ ο ίδιος δεν έχω δουλέψει ποτέ σε κουζίνα, ούτε έχω βρεθεί σε συνθήκες σαν αυτές που ζουν οι ηθοποιοί στη σκηνή, ένιωσα να ταυτίζομαι με το θέμα. Η εργασιακή εξουθένωση και το “δεν προλαβαίνω” είναι κάτι που συζητούν όλες μας οι παρέες», λέει στην «Κ» ο 24χρονος Κώστας Παπαδόπουλος.

Εύκολη ταύτιση
«Πώς να μην ταυτιστείς με αυτήν την παράσταση; Πολλοί από εμάς επιλέγουμε μια προσωρινή δουλειά για να βγάλουμε χρήματα και να συντηρηθούμε μόνοι μας. Πάντα, όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού μας έχουμε το ότι θα ξεφύγουμε από αυτό, όπως και οι ήρωες στο έργο», λέει ο επίσης 24χρονος Παύλος Πλάκας, ο οποίος ήταν ένας από τους θεατές που περίμεναν στην τεράστια ουρά της προηγούμενης Κυριακής. «Πολλά άτομα της ηλικίας μας, που δουλεύουν στην εστίαση, έχουν αγωνία για το αν θα βρουν κάποια στιγμή κάτι που τους ταιριάζει. Ακόμη και όσοι δουλεύουν σε κάτι σχετικό με το αντικείμενο σπουδών τους μπορούν εύκολα να ταυτιστούν, καθώς ο Κουτλής σου μιλάει με τον πιο ειλικρινή τρόπο για το μπούχτισμα και την κατάντια της υπερβολής στη δουλειά», συνεχίζει.
«Πολλοί από εμάς επιλέγουμε μια προσωρινή δουλειά για να βγάλουμε χρήματα και να συντηρηθούμε μόνοι μας. Στο πίσω μέρος του μυαλού μας έχουμε ότι θα ξεφύγουμε από αυτό, όπως και οι ήρωες στο έργο». -Παύλος Πλάκας 24 ετών
Η παράσταση δεν θα λέγαμε ότι καθρεφτίζει απλώς τη ζωή και τους σύγχρονους ρυθμούς της, αλλά μοιάζει να αντηχεί τη φωνή μιας γενιάς που έχει μάθει να θέτει όρια και να μιλάει με μεγαλύτερη άνεση για τις αντιφάσεις της καθημερινότητας. Ο Αντρέ, ένας από τους μάγειρες, τον οποίο υποδύεται ο Μιχάλης Σαράντης, είναι εκείνος που προσπαθεί περισσότερο από όλους να ξεφύγει από την ασφυκτική δουλειά του, έστω και με το να ονειρεύεται. Στο τέλος, όμως, βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με το αδιέξοδο που οι πρακτικές δυσκολίες τού δημιουργούν και δεν μπορεί να εγκαταλείψει την κουζίνα, στην οποία εργάζεται.
«Σίγουρα δεν έχω ζήσει κάτι αντίστοιχο όπως οι ήρωες της “Κουζίνας”, αλλά η παράσταση αποτυπώνει αυτό που νιώθω. Πίεση και άγχος», λέει η 23χρονη Αννα Πανταζοπούλου. «Σήμερα», συνεχίζει, «ακόμη και αν η πίεση δεν προέρχεται 100% από τη δουλειά, θα έλεγα ότι δημιουργείται από εμάς τους ίδιους. Θέλουμε να γινόμαστε όλο και καλύτεροι, να “ανεβαίνουμε” όσο πιο γρήγορα με οποιοδήποτε ψυχικό κόστος. Εχουμε το άγχος της επιτυχίας».
Ορια στον εαυτό σου
Η γενιά Ζ συνειδητοποιεί ότι το πιο δύσκολο σήμερα δεν είναι να βάλεις όρια στους άλλους, αλλά στον ίδιο σου τον εαυτό. Στο ίδιο πνεύμα, ο σκηνοθέτης, σε συνέντευξή του στην «Κ» (4/10/2025), είπε ότι φέτος επέλεξε να ανεβάσει μόνο μία παράσταση και δεσμεύεται να συνεχίσει έτσι. Η στάση του δείχνει, όπως και πολλών ατόμων όχι πολύ νεοτέρων του, ότι αναγνωρίζει πως η ζωή προηγείται της δουλειάς, αν αυτή θέλουμε πραγματικά να γίνεται σωστά και να φέρει αποτέλεσμα.
«Εχουμε άλλες απαιτήσεις από τη ζωή μας. Ακούμε συχνά ότι είμαστε μια γενιά κακομαθημένων και είναι αλήθεια. Πολύ χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί έχουμε αρχίσει να βλέπουμε τα πράγματα πιο σφαιρικά και δεν θεωρούμε απόλυτη επιτυχία το να μπούμε απλώς σε μια εταιρεία και να δουλεύουμε ώρες ατελείωτες», λέει η Εφη Λασκαράκη, 24 ετών επίσης. «Αναζητούμε την ποιότητα στη καθημερινότητά μας και πρέπει να είμαστε εντάξει με τον χαρακτηρισμό “κακομαθημένοι”, ειδικά όταν αυτό έχει να κάνει με το ότι απαιτούμε να μας φέρεται ο άλλος όσο καλύτερα γίνεται. Είτε αυτός είναι ο συνάδελφος, ο εργοδότης ή η σχέση μας», συνεχίζει.
«Ακούμε συχνά ότι είμαστε μια γενιά κακομαθημένων και είναι αλήθεια. Πολύ χαίρομαι γι’ αυτό, γιατί δεν θεωρούμε απόλυτη επιτυχία το να μπούμε απλώς σε μία εταιρεία και να δουλεύουμε ώρες ατελείωτες». -Εφη Λασκαράκη 24 ετών
Ο Παύλος Πλάκας συμφωνεί και σημειώνει: «Δεν πρέπει να συγκρίνουμε γενιές και να λέμε ποιος κουράζεται περισσότερο. Είναι λάθος. Ο καθένας κρίνει με αυτά που έχει βιώσει. Για τους γονείς μας μπορεί να είμαστε πράγματι κακομαθημένοι, επειδή εξωτερικεύουμε την πίεση και έχουμε διαφορετικές απαιτήσεις. Αλλωστε, αν μεγάλωναν όπως εμείς, και εκείνοι τις ίδιες απαιτήσεις θα είχαν».
Στο τέλος της παράστασης, έπειτα από ένα ηχηρό ξέσπασμα του Αντρέ, φως τρύπωσε από ένα παραθυράκι, το οποίο έλουσε τα πρόσωπα των ηθοποιών. «Μέσα στην τρέλα της δουλειάς και στα βρισίδια του αφεντικού, τα όνειρα άντεξαν. Βρέθηκαν στιγμές για να πουν όλοι πού θα ήθελαν να βρίσκονται και με ποιον. Το μικρό παραθυράκι ήταν αναγκαίο· όταν είσαι στο σκοτάδι, το μάτι ακολουθεί το φως, ακόμη κι αν μπαίνει από μια χαραμάδα», λέει η Αννα Πανταζοπούλου.

