ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΜΠΟΥΚΗΣ
Μέσα χρώμα
εκδ. Loggia, 2025, σελ. 144
«Ψάχνω κάτι άλλο. Οσο προχωράω προς το κέντρο, ψάχνω το κρυμμένο. […] Ψάχνω στα τυφλά, γιατί βλέπω καλύτερα». Είναι όμως και οι «ουρίτσες» ή το «γείσωμα [που] γίνεται αέτωμα» στα γράμματα· το «κοκοράκι στη φωνή» που σπάει. Ολα σημάδια, απολήξεις εσωτερικού αναβρασμού. Ενός φλεγόμενου πυρήνα, που όμως δεν βρίσκει ποτέ την επιφάνεια, ή όταν τη βρει, αμφιβάλλει, λιποψυχεί και επιστρέφει εις τα εξ ων συνετέθη – «μια νεκρή φύση να μουδιάζει το κεφάλι μου». Ο Βασίλης Τσιμπούκης δεν εστιάζει ακριβώς σε αυτές τις δημιουργικές ζυμώσεις. Σκιαγραφεί μεν εκφάνσεις της δημιουργικής διαδικασίας, μέσα από μια πολυσυλλεκτική σύνθεση που συμπλέκει υποτιθέμενα εξωλογοτεχνικά τεκμήρια, τη σχέση του συγγραφέα με τον ζωγράφο, την οικογένειά του και φίλους του, αλλά ο σκοπός του είναι βαθιά ιδιοσυγκρασιακός, σχεδόν συναισθηματικός: αναζητά μια απάντηση στο γιατί ο φίλος του, ο Μάνος Μαρκαντωνάκης, «αποσιωπήθηκε».
Ο λόγος του μεθοδικά κατακερματισμένος, ελλειπτικός, με πολλαπλές εναλλαγές απεύθυνσης. Ο Τσιμπούκης επικεντρώνεται στην αγωνία του ζωγράφου. Το πώς ανθίσταται στην άνευ όρων παράδοση σε αυτοματισμούς του ταλέντου του. Το πώς απεκδύεται το «ξόδεμα», την ευτελή καταξίωση – «αυτή [τ]η γρήγορη ματιά των άλλων που χορταίνει εύκολα».
Το βλέμμα του ζωγράφου είναι ένας ενεργός μηχανισμός νοήματος που πασχίζει να ξακρίσει το καλλιτεχνικό όραμά του από την «εκδίκηση της αισθητικής». Η αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο ο δημιουργός, στην απόπειρά του να επιβάλει το ύφος του, στηλιτεύει καταστάσεις και ενδίδει στη μονοδιάστατη σαγήνη της ευπώλητης αισθητικής, συνιστά καίριο στοιχείο του μυθιστορήματος.
«Ολα είναι ντιζάιν, Μπιλάκο, από τα ποτήρια μέχρι το χαλάκι του μπάνιου. Και ακουμπούσες το χοντρό περιοδικό δίπλα στο χρωματιστό κρασοπότηρο. Ερχεται η καλλιγραφία του χώρου! Και με τσεκουριές ανοίγει τον δρόμο και πέφτουν κεφάλια!».
Ασυμμετρία
Η παρουσία της αδελφής του, που κουτσαίνει εκ γενετής, δεν είναι απλώς μια ρεαλιστική λεπτομέρεια, αλλά ένα συμβολικό συμπλήρωμα στη μορφή του ζωγράφου. Η σωματική της ασυμμετρία αντανακλά τη χωλότητα του ίδιου του καλλιτέχνη, μια νοητική ή υπαρξιακή ανισορροπία που υποδηλώνεται διαρκώς χωρίς να ονοματίζεται.
Η χωλότητα ανάγεται εδώ σε μεταφορά της δημιουργίας: η ατέλεια του σώματος αντανακλάται στην ατέλεια του έργου. Η τέχνη δεν κινείται ευθύγραμμα· προχωρεί με ασυμμετρίες, με παύσεις, με παραπατήματα. «Η αβεβαιότητα είναι ο μόνος τρόπος που χρησιμοποιώ τα χρώματα». Η τέχνη δεν στοχεύει στην αρτιότητα, αλλά στην αναγνώριση του ρήγματος ως πηγής νοήματος. Ο Μαρκαντωνάκης πασχίζει να μετουσιώσει τα τραύματά του σε δημιουργία, συνειδητοποιεί όμως ότι το βίωμά του αποκαθηλώνει την αισθητική του.
Η απουσία που νιώθει ο αναγνώστης στο «Μέσα χρώμα» είναι διττή. Από τη μία υπάρχει το ημιτελές ως συνειδητή φόρμα – μια επιλογή του Τσιμπούκη να αφήσει το έργο του ανοιχτό, όπως τα ημιτελή τελάρα του ζωγράφου. Το κενό εδώ λειτουργεί ως χώρος αναπνοής, ως υπόμνηση ότι η τέχνη δεν αποτυπώνει το όλον, αλλά το στιγμιότυπο. Την αίσθηση πως το έργο οικειοποιείται το ίχνος της χειρονομίας που το δημιούργησε.
Κενό
Από την άλλη υπάρχει το ημιτελές που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, όχι λόγω πρόθεσης, αλλά λόγω ρήγματος στη δραματουργία. Εκεί το κενό δεν γεννά στοχασμό, αλλά απορία. Πότε όμως η σιωπή είναι μορφική επιλογή και πότε αδυναμία ολοκλήρωσης;
Ο Τσιμπούκης ισορροπεί σε αυτή τη γραμμή. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου: ότι μετατρέπει το ρίσκο της αφηγηματικής ατέλειας σε πεδίο στοχασμού πάνω στην ίδια τη φύση των εικαστικών διαδρομών του ζωγράφου.
Το στοίχημα για τον συγγραφέα είναι, όμως, πάντα, να ισορροπήσει ανάμεσα στη δεξιοτεχνία και στην αναγκαιότητα· να καλλιεργήσει την πρώτη, αλλά να μην την αφήσει να υποσκελίσει τη δεύτερη. Ενας καλός τεχνίτης της γλώσσας μπορεί να συνθέσει ένα μυθιστόρημα που «στέκει», που πληροί τα κριτήρια της πολιτισμικής αγοράς. Ωστόσο, αυτό που απουσιάζει εδώ είναι η ειδοποιός αίσθηση ότι το μυθιστόρημα έπρεπε να γραφεί.
Ο Τσιμπούκης, πιθανώς λόγω προσωπικής εμπλοκής στην ειμαρμένη του ζωγράφου, παραγνωρίζει τη σημασία της απόστασης με την οποία προσεγγίζει το εγχείρημα ο αναγνώστης. Το μυθιστόρημα αποδυναμώνεται, γιατί απουσιάζει αυτό το παραπάνω από το άθροισμα των μερών του: «Μια λεπτομέρεια τόσο δυνατή που αν έλειπε από τη σύνθεση, θα ήταν μια αποτυχία».

