«Η δικαιοσύνη δεν θα ’ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε». Το απόφθεγμα του Νίκου Καζαντζάκη κοσμούσε τη σκηνή του Πάνου Ρούτσι, ο οποίος επί 23 ημέρες έκανε απεργία πείνας στο Σύνταγμα. Μία ακόμα απόδειξη του βαθύρριζου αντίκτυπου του Κρητικού στη συλλογική συνείδηση. Ο Ρούτσι σταμάτησε την απεργία πείνας στις 7 Οκτωβρίου 2025. Τρεις ημέρες νωρίτερα, οι εκδόσεις Διόπτρα γιόρταζαν τον μαραθώνιο ανάγνωσης και δημιουργικής γραφής με θέμα «Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα». Η τελετή επιβράβευε την κοινή προσπάθεια παιδιών και καθηγητών να μελετήσουν και να εμπνευστούν από το έργο του Καζαντζάκη. Από τα σχολικά ακόμη χρόνια τα βιβλία του Καζαντζάκη με απωθούσαν εξαιτίας της μεγαλορρημοσύνης τους και της βάρβαρης γλώσσας, που φιλοδοξούσε να επιβάλει τόσο τη λαϊκότητά της όσο και τη λογιοσύνη της. Στην Γ΄ Γυμνασίου ο φιλόλογος της τάξης μας είχε την ιδέα, προκειμένου να αποτρέψει τις κοπάνες, να κάνει δώρο στο τέλος της χρονιάς ένα βιβλίο στον πιο επιμελή μαθητή. Για κάποιον ανεξήγητο τώρα λόγο είχα βάλει σκοπό να αποκτήσω το έπαθλο και τελικά το κέρδισα, χωρίς να γλιτώσω ούτε τις κοροϊδίες των συμμαθητών μου ούτε την απογοήτευσή μου για το βιβλίο. Ηταν ο «Βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».
Σε κάθε περίπτωση, δεν με ενδιαφέρει η αποκαθήλωση του Καζαντζάκη. Αντιθέτως, με ενδιαφέρει πολύ η περίπτωση ενός άλλου Κρητικού των νεότερων γραμμάτων, εκείνη του Λευτέρη Γιαννακουδάκη. Ο τελευταίος έγραψε πρόσφατα ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον βιβλίο εν είδει εγχειριδίου για μαθητές και καθηγητές, το «Εχεις τις λέξεις, έχεις και τη σκηνή» (Διόπτρα, 2025), με υπότιτλο: «Ο Νίκος Καζαντζάκης στη δημιουργική γραφή και στο θέατρο». Ο Γιαννακουδάκης, απευθυνόμενος σε παιδιά γυμνασίου και λυκείου, επιχειρεί να αφυπνίσει τις δημιουργικές τους δεξιότητες στην ανάγνωση και στη γραφή μέσα από «παιγνιώδεις ασκήσεις». Πιθανότατα αυτή η ηλικία είναι η πλέον ευεπίδεκτη σε μαθήματα δημιουργικής γραφής, καθότι ανεπηρέαστη από εκδοτικά φαντασιοκοπήματα, σχέδια εκδούλευσης και τη βαρεμάρα της ενηλικότητας.
Ο Γιαννακουδάκης μέσα από «την ανάλυση και την εκτίμηση του βάθους των αφηγήσεων του Καζαντζάκη», προτείνει μια αξιοπαρατήρητη προσέγγιση της συγγραφής. Η οπτική του εστιάζεται τόσο στο παιχνίδι όσο και στη μελέτη. Ναι, φυσικά υπάρχει η χαρά της γραφής, η οποία, ωστόσο, συναιρείται με μεθοδική δουλειά. Οι προτροπές του δεν αποτείνουν αποκλειστικά στην παραγωγή λόγου, αλλά πρωτίστως στην ερμηνεία και την κατανόησή του.
Εκείνο που καθιστά σημαντικό το εγχείρημα του Γιαννακουδάκη είναι η διαρκής υπόμνηση πως η συγγραφή πέρα από τέχνη προϋποθέτει τεχνική. Διεξερχόμενος τα διασημότερα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Οι αδερφοφάδες», εξοικειώνει με ζωηρό τρόπο τα παιδιά με τις βασικές τεχνικές της γραφής. Αναλύοντας τα μυθιστορήματα αναδεικνύει τα θεμέλια της κατασκευής τους, προτείνοντας στους μαθητές παραδείγματα δόμησης της πλοκής, επεξεργασίας του θέματος, διάπλασης των χαρακτήρων, προετοιμασίας του σασπένς και κατεύθυνσης προς τη σύγκρουση και τη λύση.
Οπως σωστά επισημαίνει ο Γιαννακουδάκης, ένα έργο τέχνης πρέπει να «μπορεί να ανοίξει τους ορίζοντες της φαντασίας και της δημιουργίας με το να απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στο αισθητηριακό κομμάτι, να προκαλεί δηλαδή τη συγκίνηση». Η συγκίνηση συνιστά τη μέγιστη στόχευση ενός καλλιτεχνικού έργου. Μέσω της συγκίνησης μια απλή ιστορία ανυψώνεται σε «αξιομνημόνευτη και εντυπωσιακή αφήγηση». Αυτή, άλλωστε, εγγυάται την εμπλοκή του αναγνώστη στην αφήγηση. Ο Γιαννακουδάκης επιμένει στο αισθητηριακό ερέθισμα της γραφής, επαναλαμβάνοντας στα παιδιά ότι μια ιστορία αποζητά πάντοτε έναν αποδέκτη. «Μην ξεχνάμε ότι γράφουμε ιστορίες για να τις διαβάσουν άνθρωποι».
Εξίσου σημαντική κατάκτηση είναι το ύφος. Και πάλι προεξάρχει η τεχνική, καθώς το ύφος προϋποθέτει «μια εξελικτική διαδικασία», αποτελώντας την αποκρυστάλλωση πολλαπλών δοκιμών, αμφιβολιών και επιρροών. «Περιλαμβάνει ευρεία ανάγνωση, συγγραφή με συνέπεια και κριτικό αναστοχασμό σχετικά με το πώς η γλώσσα μπορεί να διαμορφωθεί για να εκφράσει τη μοναδική οπτική γωνία του καθενός». Τελικά τι στ’ αλήθεια οφείλει να διαθέτει ένας συγγραφέας; Ο Γιαννακουδάκης είναι εξαιρετικά σαφής. Δύο πράγματα: πλούσιο λεξιλόγιο και την ικανότητα να χειρίζεται τις λέξεις.
«Ενα καλοδουλεμένο ύφος ενισχύει τον αντίκτυπο της αφήγησης, καθοδηγώντας τους αναγνώστες στο επιδιωκόμενο συναισθηματικό και διανοητικό ταξίδι». Το μοτίβο του ταξιδιού επανέρχεται στις αναλύσεις του Γιαννακουδάκη. Τόσο η ανάγνωση όσο και η γραφή μπορούν να ιδωθούν σαν ένα ταξίδι, σαν ένα κάλεσμα για περιπέτεια, για το πέρασμα σε έναν άλλο κόσμο. Οπως ο ίδιος λέει, όταν ανοίγουμε ένα βιβλίο του Καζαντζάκη «ξεκινάμε ένα ταξίδι που εξερευνά βαθιές ιδέες για τη ζωή, τον αγώνα και το ανθρώπινο πνεύμα».
Απόδραση από το οικείο
Το «κάλεσμα στην περιπέτεια» αφορά σοβαρά και τον ήρωα ενός λογοτεχνικού έργου, ο οποίος την κρίσιμη στιγμή του καλέσματος καλείται να εγκαταλείψει τον οικείο του βίο για να μετακινηθεί προς μια περιοχή χαώδη και επισφαλή. Από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στο χαοτικό αυτό πεδίο, εξαρτάται ο βαθμός της εσωτερικής του μεταμόρφωσης κατά την επιστροφή του στο «σπίτι». Η στιγμή που ο ήρωας καλείται «να βγει έξω», να διαβεί το κατώφλι του οικείου του κόσμου, μεταβαίνοντας στο άγνωστο, συνιστά το θεμελιακό, το κορυφαίο σημείο της μυθοπλασίας. Είναι το δραματικό γεγονός που προοικονομεί την κορύφωση. «Είναι το σημείο χωρίς επιστροφή, όπου ο ήρωας μετακινείται από το συνηθισμένο του περιβάλλον στον κόσμο της περιπέτειας, των προκλήσεων και της μεταμόρφωσης».
Τι στ’ αλήθεια οφείλει να διαθέτει ένας συγγραφέας; Ο Λευτέρης Γιαννακουδάκης είναι εξαιρετικά σαφής. Δύο πράγματα: πλούσιο λεξιλόγιο και την ικανότητα να χειρίζεται τις λέξεις.
Ο πολύ καλός συγγραφέας Νίκος Χρυσός, χρόνιος μελετητής του Καζαντζάκη, προλογίζει το βιβλίο, αναδεικνύοντας τη συγγραφική μεθοδολογία, την αφηγηματική οικονομία και τον λεξικολογικό πλούτο των έργων του Καζαντζάκη, στα οποία εγκολπώνονται πολυποίκιλα «τοπία γραφής». Από το κείμενό του κρατώ κυρίως την κατακλείδα για το κλείσιμο και του δικού μου κειμένου. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαραχτεί στη μετόπη κάθε λογής εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, προς γνώση και συμμόρφωση μαθητών και δασκάλων. «Η άσκηση […] της συγγραφής είναι πρωτίστως άσκηση ελευθερίας, πεδίο δοκιμής της αντοχής και της αφοσίωσής μας, κι αυτό που πριν και πρώτα απ’ όλα διδάσκει είναι πώς να γίνεις εμβριθής και δημιουργικός αναγνώστης, πράγμα που έτσι κι αλλιώς δεν είναι καθόλου λίγο».

