Δημήτρης Χριστόπουλος
Χρόνια δοκιμασίας, 2015-2025
Προλεγόμενα: Στρατής Μπουρνάζος
εκδ. Πόλις, σελ. 575
Σε ένα από τα πρόσφατα κείμενά του, που περιέλαβε στον σχολιαζόμενο τόμο, ο Δημήτρης Χριστόπουλος, εκνευρισμένος, αναφέρεται σε συνάδελφό του πανεπιστημιακό, ο οποίος τον έψεγε ότι κακώς τα βάζει με τον Ντόναλντ Τραμπ: «Ο Τραμπ δεν είναι χειρότερος από τον Μπλερ», ωρυόταν ο συνάδελφος. «Τουλάχιστον αυτός σου φωνάζει “είμαι κτήνος”, ενώ ο Μπλερ, ο Μπαρόζο και ο Μπους βομβάρδιζαν με ψέματα και χαμόγελα το Ιράκ και έκαναν τόσα άλλα!».
Στον εν λόγω συνάδελφό του ο Δημήτρης Χριστόπουλος απαντούσε ως εξής: Η νέα τάξη του Τραμπ «δεν θα στοχεύσει παρά ενδιαμέσως» στους ανωτέρω. Στόχος της είναι τουναντίον «η κάμψη της αντίστασης των αδυνάτων σε αυτή την άνευ προηγουμένου επίθεση των ισχυρών. Για τον λόγο αυτόν», συνέχιζε ο Χριστόπουλος, «ροκανίζονται οι θεσμοί της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, που κάποιες φορές μπορούσαν να τους συμπαρασταθούν».
Είμαι βέβαιος πως ο διάλογος αυτός θα μπορούσε να διεξαχθεί κάλλιστα και σε άλλα πανεπιστήμια της χώρας: χωρίς να το ομολογούν ανοιχτά, παλιοί κνίτες και «βήτα-πανελλαδικάριοι» της δεκαετίας του ’70, αρκετοί υποστηρικτές του «κάπα» της δεκαετίας του ’80, αλλά και νεότεροι συνάδελφοι που επιδιώκουν να εξιλεωθούν για το «αστικό» παρόν τους, προτιμούν τον Τραμπ από τον Μακρόν, τον Πούτιν από τον Ζελένσκι. Και βρίζουν την κυβέρνηση που έχει ευθυγραμμισθεί με τους Αγγλογάλλους και τους Γερμανούς για την Ουκρανία. Πώς έφτασαν μπαρουτοκαπνισμένοι άνθρωποι σε αυτό το σημείο; Τίποτα δεν διδάχθηκαν από το ολέθριο λάθος των κομμουνιστών του Μεσοπολέμου, που αποκαλούσαν «σοσιαλφασίστες» τους σοσιαλδημοκράτες, την ώρα που ο φασισμός και ο ναζισμός κάλπαζαν στην Ευρώπη;
Το σχολιαζόμενο βιβλίο του Δημήτρη Χριστόπουλου δεν απαντά ευθέως σε αυτό το ερώτημα. Στα σχεδόν εκατό εν τούτοις άρθρα που αυτό περιλαμβάνει, ο φιλοπερίεργος αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει σπέρματα απαντήσεων, που τον βοηθούν να εξηγήσει όχι βέβαια την πολυδιάσπαση της Αριστεράς, όσο τα βαθύτερα αίτια της σημερινής συρρίκνωσής της. Πού οφείλεται, διερωτάται ο συγγραφέας, η εγκατάλειψη «στη λήθη του χρόνου» του αντιφασιστικού συμβολαίου που συνάφθηκε στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Φταίει γι’ αυτό μόνον η τραμπική επανάσταση;

Από τον Αναστάσιο Αλβανίας και τον Ηλία Νικολακόπουλο έως τον Γιάννη Κτιστάκι, ο Χριστόπουλος δεν φείδεται επαίνων για πρόσωπα που εκτιμά, όποια κι αν είναι αυτά. Τουναντίον, αποδομεί τους «κακούς», μεταξύ άλλων και τον Κασσελάκη, την ώρα που κάποιοι άλλοι τον εκθείαζαν ως «καινοτόμο». Πώς ανεχθήκαμε «τόση τυχάρπαστη κενότητα»; διερωτάτο λίγο προτού εκλεγεί πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. «Ενα μεγάλο κόμμα είναι λογικό να είναι πολυσυλλεκτικό και να μαζεύει ετερογενή πολιτικά υποκείμενα», συνέχιζε. «Αλλο όμως αυτό και άλλο το anything goes», με μοναδικό προσόν το να βρίζεις τα μνημόνια και τον Μητσοτάκη…
Από τον Αναστάσιο Αλβανίας και τον Ηλία Νικολακόπουλο έως τον Γιάννη Κτιστάκι, ο Χριστόπουλος δεν φείδεται επαίνων για πρόσωπα που εκτιμά, όποια κι αν είναι αυτά.
Το βιβλίο, πάντως, δεν είναι απλώς μια σάγκα για μιαν ακόμη χαμένη ευκαιρία της Αριστεράς. Ξεχειλίζει από πρωτότυπες ιδέες και τολμηρές σκέψεις, με αφορμή γεγονότα απ’ όλο τον κόσμο, σε μιαν εποχή όπου οι δεξαμενές των ιδεών έχουν στερέψει. Και τούτο χωρίς ο συγγραφέας να απογειώνεται από την «πεζή» πραγματικότητα, επειδή αυτή δεν μας βολεύει.
Αγώνας λοιπόν όχι μόνον στην κοινωνία υπέρ των αδυνάτων, αλλά και στους θεσμούς, «για την ανάσχεση της αντίπαλης ατζέντας», αγώνας τέλος ιδεολογικός, «ώστε να μη διστάζουμε να θέτουμε ως επίδικα αυτά που μας συγκροτούν ως υποκείμενα, ακόμη κι αν δεν είναι δημοφιλή». Τίμια σκέψη ενός από τους σημαντικότερους διανοουμένους της γενιάς του. Τόσο τίμια που ίσως δεν τον χωράει η κομματική αντιπαράθεση, έτσι όπως διεξάγεται σήμερα στη χώρα μας, με τις γνωστές περιχαρακώσεις.
*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

