Στο αφανές αλλά πολύτιμο Φιλοτελικό και Ταχυδρομικό Μουσείο, παραπλεύρως του Παναθηναϊκού Σταδίου, μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή όχι μόνο με την ταχυδρομική ιστορία αλλά και με το έργο κορυφαίων δημιουργών που δούλεψαν ώστε το ελληνικό γραμματόσημο να αποκτήσει κύρος και αίγλη. Πολλοί συνέβαλαν για την άνθηση του ελληνικού φιλοτελισμού. Υπήρξαν όμως τρεις χαράκτες που έγραψαν ιστορία.
Ο Δημήτρης Μπισκίνης (1891-1947), ο Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) και ο Α. Τάσσος (1914-1985) υπήρξαν κορυφαίοι και δικαίως τιμώνται σε μία από τις νέες σειρές γραμματοσήμων του 2025. Στη σειρά «Εμβληματικοί Δημιουργοί», σχεδιασμένη από τη Μυρσίνη Βαρδοπούλου (πρόταση της οποίας ήταν η πολλά οφειλόμενη κυκλοφορία της σειράς), έχουμε τα πορτρέτα των τριών χαρακτών, που μας υποχρεώνουν να σταθούμε στην υψηλή καλλιτεχνική επίδοση των ελληνικών γραμματοσήμων όταν η αισθητική και η εκτυπωτική μέθοδος συνεργάζονταν υπέρ ενός άριστου αποτελέσματος.
Αξίζει να εστιάσει κανείς στην περίπτωση του Δημήτρη Μπισκίνη, γεννημένου στην Πάτρα το 1891. Λιγότερο γνωστός στις μέρες μας από ό,τι είναι ο Κεφαλληνός και ο Τάσσος, ο Μπισκίνης υπήρξε ένας στυλίστας υψηλότατης στάθμης, με έργο που σήμερα ξεχωρίζει για την αρτιότητά του. Η αεροπορική σειρά γραμματοσήμων με μυθολογικά θέματα που είχε σχεδιάσει το 1935 παραμένει αξεπέραστη και ιδιαίτερα συλλεκτική. Είχε τυπωθεί στον Ασπιώτη – ΕΛΚΑ και αποτελεί δείγμα της αξιοσημείωτης καλλιτεχνικής άνοιξης στη δεκαετία του 1930. Η νέα σειρά των ΕΛΤΑ οδηγεί το βλέμμα μας σε αυτούς τους δημιουργούς αλλά και στις συνθήκες που υπήρχαν ώστε το κράτος να μπορεί να αναδεικνύει το έργο τους. Η περίπτωση του Μπισκίνη είναι χαρακτηριστική της γενιάς που μεγάλωσε μέσα από τις συμπληγάδες του 1912 και του 1922, του εθνικού διχασμού και της μεσοπολεμικής οικονομικής κρίσης.
Για τον Μπισκίνη είχε γίνει μια έκθεση στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το 1957, για την επέτειο των δέκα χρόνων από τον πρώιμο θάνατό του. Στην εκατονταετηρίδα από τη γέννησή του (1991) είχαν γίνει εκθέσεις στη γενέτειρά του (Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών) και στη Δημοτική Πινακοθήκη Ζωγράφου, όπου έζησε πολλά χρόνια και όπου μία οδός έχει πάρει το όνομά του (στην οδό Μπισκίνη βρίσκεται το Θέατρο Στοά).
Επηρεασμένος (και μέσω των σπουδών του στο Παρίσι) από τα ρεύματα του Συμβολισμού, της Αρ Νουβό και του Jugendstil, o Δημήτρης Μπισκίνης είχε, ως καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, μαθητές που εξελίχθηκαν σε μορφές της ελληνικής τέχνης. Ανάμεσά τους, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος, ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Πάρις Πρέκας και ο Παναγιώτης Τέτσης, επιβεβαιώνοντας έτσι την αδιάσπαστη συνέχεια δασκάλου και μαθητή. Στα τέλη του 2024, στην ατομική έκθεση της Κικής Βουλγαρέλη στο καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, είχαμε δει έργα εμπνευσμένα από τη μυθολογική σειρά γραμματοσήμων που είχε σχεδιάσει ο Μπισκίνης το 1935.
Ο απόηχος της τέχνης του συμπλέει με τα κοιτάσματα πολλών ερμηνειών του ελληνισμού κατά τρόπο συγγενή του βλέμματος του Αγγελου Δεληβορριά στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη. Αυτή η νέα σειρά των ΕΛΤΑ με τους τρεις κορυφαίους χαράκτες μάς οδηγεί στον πυρήνα της ελληνικής δημιουργίας με τις πολλές εκφάνσεις στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Κατά μία έννοια, ακόμη και η θαυμάσια έκθεση – αφιέρωμα στο έργο του μεταγενέστερου Βάσου Καπάνταη (1924-1990) στην Εθνική Βιβλιοθήκη γίνεται κατανοητή μέσα από έναν συγγενή απόηχο.

