«Αν ισορροπήσεις ένα πακέτο τσιγάρα Camel ανάποδα, τρυπήσεις τη ζελατίνα και φυσήξεις καπνό μέσα, θα δεις την καμήλα να μεταμορφώνεται σε τρυποκάρυδο»…
«Αν φιλήσεις την κοπέλα σου, όπως κάνουν οι ήρωες στο “Αρωμα του ονείρου”, θα κερδίσεις την καρδιά της για πάντα!»…
«Αν πάρεις τον δίσκο των Wishbone Ash “Argus” και κοιτάξεις το οπισθόφυλλο, θα καταλάβεις ότι ο “Τρυποκάρυδος” μιλούσε για εξωγήινους»…
Αυτά είναι λίγα από τα όσα παραφιλολογικά –και προφανώς αυθαίρετα– συζητούνταν μεταξύ μαθητών και φοιτητών, όσων τουλάχιστον είχαν γεννηθεί στη δεκαετία του ’70, στη χώρα μας. Ολα αφορούσαν βιβλία του Τομ Ρόμπινς, ο οποίος πέθανε πλήρης ημερών την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου.
Είναι εντυπωσιακή η απήχηση του Ρόμπινς στην Ελλάδα, καθώς ήταν μέρος μιας συγκεκριμένης αντικουλτούρας με καθαρά αμερικανικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά μιας δεκαετίας (’60s) κατά την οποία οι δύο χώρες είχαν, κυριολεκτικά, χαοτικές διαφορές. Και όμως, το σουρεαλιστικό, σταθερά χιουμοριστικό, ακόμη και στις δραματικές κορυφώσεις του, στυλ του Ρόμπινς άγγιξε χιλιάδες Ελληνες αναγνώστες που δεν πρόλαβαν καν το κίνημα των χίπις, αλλά στην επιδέξια γραφή του αναγνώρισαν έναν άνθρωπο που δεν έπαιρνε τη ζωή στα σοβαρά, ακριβώς επειδή ήθελε να μπορεί να την απολαμβάνει – και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι αυτό ακριβώς έκανε σε 93 χρόνια ζωής (γεννήθηκε το 1932).
Λάτρης της ασιατικής φιλοσοφίας και της ελληνικής μυθολογίας, ανέτρεχε συχνά στη δεύτερη για να εμπνευστεί εναλλακτικές ερμηνείες της πραγματικότητας. Το χιουμοριστικό και ανατρεπτικό ύφος του δεν γινόταν να κερδίσει όλους τους κριτικούς – συχνά υπήρχαν ενστάσεις για τη λογοτεχνική αξία των έργων του. Ο ίδιος απαντούσε πως «πολύ συχνά γράφουν για μένα ότι οι ήρωές μου είναι σαν καρτούν, κάτι που το εκλαμβάνω ως κομπλιμέντο, γιατί ανέκαθεν μου άρεσαν τα κινούμενα σχέδια – κάτι εντελώς ελληνικό, καθώς οι δημιουργοί των ελληνικών μύθων δούλευαν σαν καρτουνίστες, ζωγραφίζοντας με μεγάλες, τολμηρές πινελιές χωρίς να δίνουν σημασία σε φυσιογνωμικές ή ψυχολογικές λεπτομέρειες!».
Μεγάλωσε σε αυστηρό χριστιανικό περιβάλλον και 17 ετών έγινε δεκτός στη Στρατιωτική Ακαδημία Χαργκρέιβ. Το 1953, στρατολογήθηκε στην αεροπορία, υπηρετώντας ένα χρόνο στην Κορέα και δύο στη Νεμπράσκα. Γρήγορα, εντούτοις, αποφάσισε ότι τον ενδιέφεραν οι τέχνες και η δημοσιογραφία. Στα 30 του μετακόμισε στο Σιάτλ, όπου έζησε για τα επόμενα σαράντα χρόνια, αρχικά εργαζόμενος ως δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Οταν έγραψε μία κριτική για μια συναυλία των Doors, κατάλαβε ότι ήθελε να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Διατηρώντας παράλληλα συνεργασία με έντυπα όπως το Playboy, το Esquire και οι New York Times, άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αμάντα», που κυκλοφόρησε το 1971, «ένα βιβλίο για μια ζωή σαν καρναβάλι, όταν οι μέρες μας ήταν χρυσαφένιες και τα βράδια μας τα δρόσιζε το αεράκι που σήκωναν τα φτερά των πεταλούδων».
Θα ακολουθούσαν άλλα επτά τα επόμενα 22 χρόνια, με πιο γνωστό στη χώρα μας το «Τρυποκάρυδος» (1980) και αντίστοιχα στην Αμερική το «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» (1976), που το 1993 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Γκας βαν Σαντ, με την Ούμα Θέρμαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό, δικαιώνοντας τον ίδιο τον Ρόμπινς που, ενώ ήταν πρόθυμος να πουλήσει τα δικαιώματα των βιβλίων του σε κινηματογραφικούς παραγωγούς, προειδοποιούσε ότι «κανένα δεν μπορεί να γυριστεί σε ταινία».
Ηξερε, ασφαλώς, τι έλεγε. Οι ιστορίες του ήταν ανέκαθεν σουρεαλιστικές, η πλοκή κάθε βιβλίου παντελώς αντισυμβατική, οι ήρωές του τόσο εξωπραγματικοί που ήταν αδύνατον να ταυτιστεί κανείς μαζί τους: ένα ωραίο κορίτσι με τεράστιους αντίχειρες που κάνει auto stop, ένας ψευτοϊνδιάνος ερημίτης που λατρεύει τους τηγανητούς κροταλίες, εξόριστοι βασιλιάδες, εγκυμονούσες μαζορέτες, ένας Αραβας κι ένας Εβραίος που ανοίγουν μαζί εστιατόριο απέναντι από το κτίριο του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, μια νεαρή χρηματίστρια εμπλεκόμενη σε αφρικανικές τελετουργίες και αντιμέτωπη με μυθικά αμφίβια, ένας φανταστικός ντράμερ ντυμένος με φτερά και προβιές, ένας μάγος του κυβερνοχώρου που σιχαίνεται τα κομπιούτερ και ερωτεύεται παράφορα μια καλόγρια δέκα χρόνια μεγαλύτερή του… Εκτός αυτών, ο Ρόμπινς φημιζόταν και για τα περίεργα φινάλε των βιβλίων του: ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρα και ποτέ δεν ήταν οριστικά. Οπως έλεγε και ο ίδιος, «τα μυθιστορήματα πρέπει να τελειώνουν όπως μια εξόρμηση ράφτινγκ: Βγαίνεις από το νερό, μαζεύεις τα εξαρτήματά σου, παίρνεις τον δρόμο της επιστροφής, αλλά στο βάθος βλέπεις μία ακόμη ελκυστική διαδρομή, έναν καταρράκτη που σε προκαλεί και ξέρεις ότι, ενώ για την ώρα έχεις τελειώσει, ο ποταμός θα συνεχίζει τη ροή του για πάντα. Αρα έχεις έναν προσωρινό επίλογο με μια προβολή του μέλλοντος στο μυαλό σου».
Πώς να γίνει λοιπόν αυτό το υλικό εμπορική ταινία, όταν, όπως είχαν γράψει οι Los Angeles Times, «οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδώσει κανείς συνοπτικά την υπόθεση ενός μυθιστορήματος του Ρόμπινς είναι σαν να δείχνει σε κάποιον μια χιονοστιβάδα και να του ζητάει να καταλάβει τι σημαίνει χιονοδρομία»!
Αν τα βιβλία του ήταν συγκρότημα θα ήταν σίγουρα οι Grateful Dead, αν ήταν ταινία, μόνον ο Φεντερίκο Φελίνι θα μπορούσε να τη σκηνοθετεί, αν ήταν ναρκωτικό, θα ήταν ένα καλοστριμμένο τσιγάρο μαριχουάνας – παρομοιώσεις που σίγουρα ταιριάζουν και στη ζωή του, όπως αυτή αποτυπώνεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Θιβετιανή ροδακινόπιτα» (2014).
Και η ζωή του, αν όχι συναρπαστική, σίγουρα ήταν χορταστική, καθώς ο Ρόμπινς έζησε στην εποχή που ένας τέτοιος συγγραφέας μπορούσε να γίνει αποδεκτός και στην πατρίδα του, επιτυχημένος και στο εξωτερικό. Εγραφε στο χέρι, ποτέ σε γραφομηχανή ή υπολογιστή, δεν είχε άγχος να ολοκληρώσει τα έργα του σε πιεστικούς χρόνους, ενίοτε παίδευε μία μόνο φράση για μια ολόκληρη εβδομάδα, ενώ είχε δηλώσει πως «τώρα που καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να εκδοθεί κάποιος αν δεν είναι ντίβα του Τwitter ή σταρ του Facebook, ευγνωμονώ τους θεούς που πρόλαβα τη φάση πριν τα βάρβαρα ηλεκτρόνια καταβροχθίσουν τα έντυπα!».
Ημασταν και εμείς τυχεροί, βέβαια, που, την εποχή της δικής μας αθωότητας, διαβάζαμε φράσεις όπως «δεν έχει νόημα να σώσεις τον κόσμο, αν είναι να χάσεις το φεγγάρι»…
Τα δώδεκα βιβλία του Τομ Ρόμπινς κυκλοφορούν στη χώρα μας από τις εκδόσεις Αίολος.

