Καρπός πολυετούς έρευνας του Γιώργου Δ. Ματθιόπουλου, επίκουρου καθηγητή του τμήματος Γραφιστικής και Οπτικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, η πρόσφατη έκδοση με τίτλο «Ελληνική τυπογραφία. Η ιστορική εξέλιξη των ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων: 15ος-20ός αιώνας» (εκδ. Πεδίο) συνιστά, μέσα στις πλούσια εικονογραφημένες 784 σελίδες της, την πρώτη εμπεριστατωμένη καταγραφή της περιπέτειας του ελληνικού αλφάβητου και των ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων μέσα στους αιώνες. Μια περιπέτεια, όμως, για τους περισσότερους Ελληνες άγνωστη. «Η ελληνική τυπογραφία γεννήθηκε στην Ιταλία του ουμανισμού, αναπτύχθηκε πανευρωπαϊκά από τους λόγιους εκδότες-τυπογράφους και στην Ελλάδα ήρθε μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Εξαιτίας της χρόνιας οικονομικής αβεβαιότητας, της αργής αστικής ανάπτυξης και του μικρού αναγνωστικού κοινού, οι Ελληνες τυπογράφοι παρέμειναν ένα περιχαρακωμένο σινάφι μαστόρων που κρατούσαν και μετέφεραν την τέχνη από πατέρα σε γιο. Ιδιαίτερα για τη χάραξη και χύτευση των μολυβένιων τυπογραφικών στοιχείων, οι Ελληνες τεχνουργοί δύσκολα μπορούσαν να ανταγωνιστούν την ισχύ της ανεπτυγμένης βιομηχανικά Δύσης. Τα ελληνικά στοιχειοχυτήρια έγιναν ποιοτικά και οικονομικά ανταγωνιστικά κυρίως από τον Μεσοπόλεμο και μετά».
«Οι τυπογράφοι παρέμειναν ένα περιχαρακωμένο σινάφι μαστόρων που κρατούσαν και μετέφεραν την τέχνη από πατέρα σε γιο», αναφέρει ο καθηγητής Γιώργος Ματθιόπουλος.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος ήταν ένας από εκείνους που πρωτοστάτησαν στις πρώτες προσπάθειες της μεταφοράς των ελληνικών γραμματοσειρών στο νέο ψηφιακό περιβάλλον – τότε που έπρεπε να «ξαναγεννηθεί» η παραδοσιακή τυπογραφία και τα μέσα παραγωγής της. «Η νέα τεχνολογία αντιμετώπιζε ακόμη τεχνικά ζητήματα λειτουργίας, όπως αυτό της δύσκολης συμβατότητας των υπολογιστών με τα συστήματα μεταφοράς των κειμένων σε φιλμ ή τη μικρή αποθηκευτική δυνατότητα και μεταφορά των δεδομένων. Παράλληλα, η έλλειψη ποικιλίας ελληνικών γραμματοσειρών για τα νέα “επιτραπέζια συστήματα εκδόσεων” ήταν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα δημιουργικά γραφεία που είχαν αρχίσει να τα χρησιμοποιούν. Και όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το ελληνικό αλφάβητο, με τις ιδιαίτερες καταβολές του από τους βυζαντινούς κώδικες και το πολυτονικό σύστημα, έκανε τη μετάβαση αυτή ακόμη πιο περίπλοκη».

Νέα τεχνολογία
Tην εποχή εκείνη, ο κ. Ματθιόπουλος συμμετείχε σε μία από τις πιο σοβαρές προσπάθειες γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ της παράδοσης και της νέας ψηφιακής τεχνολογίας, την Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων (Greek Font Society). Ο ίδιος ανήκει σε μια γενιά που γνώρισε στην πράξη και τα τρία ιστορικά στάδια της τυπογραφικής τεχνολογίας και των αισθητικών αλλαγών που διαμόρφωσαν: των παραδοσιακών ανάγλυφων μεταλλικών στοιχείων, της σύντομης φωτοστοιχειοθετικής τεχνολογίας και της ψηφιοποιημένης σήμερα σχεδίασης και παραγωγής γραμματοσειρών.

Το βιβλίο του αποτελεί την αχαρτογράφητη έως σήμερα ιστορία των ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων και σε αυτήν ο συγγραφέας έχει καταγράψει με εντυπωσιακή λεπτομέρεια πλήθος ξεχασμένων ιστοριών, αμέτρητες σχεδιαστικές αποτυπώσεις και σχεδόν κάθε απόηχο αυτής της σπουδαίας τεχνουργίας του αναλογικού κόσμου που έσβησε, αφήνοντας το πεδίο στους νέους συνεχιστές της στην ψηφιακή εποχή. «Αν δεν γινόταν αυτή η πολυετής έρευνα και καταγραφή, ελάχιστοι δημιουργοί από τις νέες γενιές θα μπορούσαν να γνωρίσουν το εντυπωσιακό έργο τόσων και τόσων χαρακτών, σχεδιαστών και τυπογράφων που διαμόρφωσαν την οπτική ιστορία του ελληνικού γράμματος στον έντυπο λόγο», αναφέρει. Στο έργο αυτό αποτυπώνονται πέντε βασικοί άξονες ανάλυσης, που διαρθρώνουν τη δομή της αφήγησης: Η γεωγραφική διασπορά της εμφάνισης και χρήσης των ελληνικών γραμματοσειρών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η συνέχεια και ασυνέχεια του αισθητικού παραδείγματος και των ευρύτερων ιστορικών επιλογών, οι τεχνολογικές εξελίξεις της χάραξης και χύτευσης των στοιχείων, τα σχεδιαστικά πρότυπα των χαρακτών κάθε περιόδου και η εικονογράφηση που καθορίζει την οπτική μνήμη και αναφορά των ελληνικών εντύπων βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων.
Αναρωτιόμαστε τι θέση, σημασία και μέλλον έχει η τυπογραφία μέσα στο νέο ψηφιακό περιβάλλον όπου επικοινωνούμε παγκοσμίως; «Η τέχνη της τυπογραφίας υπήρξε ανέκαθεν η οπτική-έντυπη έκφραση του λόγου. Σήμερα, κανείς δεν αμφισβητεί την κυριαρχία της εικόνας στα έντυπα και στις ψηφιακές οθόνες μας, αλλά ο δημιουργικός ρόλος της τυπογραφίας παραμένει δυναμικός συντελεστής της επικοινωνίας. Η αναγνωσιμότητα των κειμένων συνεχίζει να είναι σημαντικός παράγοντας και η συμμετοχή της τυπογραφικής τέχνης –δηλαδή της αισθητικής επιλογής των γραμμάτων, του μεγέθους και της θέσης τους στον χώρο– στην πρόσληψη του περιεχομένου δεν έχει πάψει να είναι αναγκαία και παραμένει αναντικατάστατη», μας εξηγεί ο συγγραφέας. «Η σχεδιαστική εξέλιξη των γραμματοσειρών, όπως συμβαίνει σε κάθε καλλιτεχνικό πεδίο, δεν ήταν ανεξάρτητη από το ευρύτερο τεχνολογικό-αισθητικό επίπεδο της κοινωνίας μέσα στην οποία διαμορφώθηκε. Βέβαια, τα προλεγόμενα σύντομα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν και την υπέρτατη βάσανο της επερχόμενης σαρωτικής ανατροπής του 21ου αιώνα, δηλαδή της ευρείας χρήσης τεχνητής νοημοσύνης στην οπτική επικοινωνία. Αναρωτιέμαι αν οι γραμματοσειρές θα συνεχίσουν να σχεδιάζονται από ανθρώπους με τη βοήθεια ψηφιακών προγραμμάτων ή αποκλειστικά από μηχανές».

