Χρύσα Μαλτέζου (1941-2025): Η ψυχή της έμεινε στη Βενετία

Χρύσα Μαλτέζου (1941-2025): Η ψυχή της έμεινε στη Βενετία

Γενναιόδωρη δασκάλα, ακούραστη και αφοσιωμένη ερευνήτρια, ακαδημαϊκός και κορυφαία ιστορικός

3' 34" χρόνος ανάγνωσης

Την τελευταία φορά που τη συνάντησα με φόρτωσε δυο σακούλες βιβλία. «Να βρίσκεις πάντα χρόνο να διαβάζεις, έστω λίγες σελίδες κάθε βράδυ», μου είχε πει σε αυστηρό ύφος, νομίζοντας ότι δεν θα προδοθεί η τρυφερότητα στο βλέμμα. Συζητήσαμε για διάφορα θέματα, η ευρυμάθειά της ήταν σπάνια, για να καταλήξουμε σε αυτό που τη βασάνιζε και την πονούσε, ένα αγκάθι στην καρδιά, το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Στη λαμπρή πορεία της ακαδημαϊκού και κορυφαίας ιστορικού Χρύσας Μαλτέζου, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, το Ινστιτούτο Βενετίας ήταν το «πετράδι του στέμματος». Συνέχισε την υψηλού επιπέδου παράδοση των προηγούμενων διευθυντών, της Σοφίας Αντωνιάδη, του Μανούσου Μανούσακα, του Νικολάου Παναγιωτάκη, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του ινστιτούτου από το 1998 έως το 2012. Αφοσιώθηκε με αμείωτο πάθος και φοβερή επιμονή στη μελέτη των αρχείων, έδωσε διεθνή διάσταση στο ινστιτούτο, διοργάνωσε συνέδρια, παρήγαγε σημαντικό εκδοτικό έργο, άνοιξε τις πόρτες σε υποτρόφους και μελετητές, η συνεισφορά της υπήρξε πλούσια και πολυσήμαντη.

Δεν ήταν άνθρωπος που επιζητούσε επαίνους και βραβεία, αλλά δεν μπορούσε και να φανταστεί ότι θα εισέπραττε κατηγορίες για κακοδιαχείριση και επιστημονική αδράνεια· δεν περίμενε ποτέ ότι η ελληνική πολιτεία θα ασκούσε εναντίον της δίωξη, σε μια προσπάθεια να αρπάξει το Ινστιτούτο Βενετίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη του, την επιστημονική και ερευνητική κοινότητα, και να αλλάξει τον σκοπό του, που από την ίδρυσή του ήταν αποκλειστικά και μόνο η έρευνα. Αυτή η ιστορία την πίκρανε, γιατί ακόμη κι όταν αποχαιρέτησε τη Βενετία, το Κάμπο ντέι Γκρέτσι, τη γειτονιά των Ελλήνων, η ψυχή της ήταν πάντα εκεί, και η έγνοια της παρέμενε να συνεχίσει να ακτινοβολεί αυτός ο μοναδικός πνευματικός φάρος της Ελλάδας, να διασφαλιστεί ότι όλη η γνώση της ελληνοβενετικής ιστορίας και της αρχειονομίας θα μείνει στα χέρια ικανών ανθρώπων με γνώση και αγάπη για το αντικείμενο, και όχι σε κρατικούς υπαλλήλους που ήθελαν να το μετατρέψουν σε «πολιτιστικό κέντρο».

«Στην Αίγυπτο, την Ελλάδα την είχαμε πάρα πολύ ψηλά», είχε πει στην «Κ». «Εγώ αισθάνομαι ότι είμαι αυτό που τόσο όμορφα εξέφρασε ο Καβάφης. “Δεν είμαι Ελλην ούτε Ελληνίζων, είμαι Ελληνικός”».

«Χωρίς υποτρόφους το ινστιτούτο είναι νεκρό. Δυστυχώς, φαίνεται ότι έχει εγκλωβιστεί μέσα σε ελλαδίτικα πλαίσια», έλεγε. Για μια Ελληνίδα της Αιγύπτου με τον κοσμοπολιτισμό να ρέει στις φλέβες της, η μιζέρια και η αλαζονεία κρατικών υπαλλήλων ήταν αδιανόητη και θλιβερή. Πώς να τη «χωνέψει» μια γυναίκα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια, κόρη βαμβακέμπορου, εγγονή δασκάλου, ανιψιά του Διαγόρα Μαλτέζου, γνωστού λόγιου Αλεξανδρινού, στον κύκλο του Καβάφη και του Τσίρκα. «Στην Αίγυπτο την Ελλάδα την είχαμε πάρα πολύ ψηλά», είχε πει σε συνέντευξή της στην «Κ». «Ηταν βέβαια μια Ελλάδα “άλλου τύπου”. Εγώ αισθάνομαι ότι είμαι αυτό που τόσο όμορφα εξέφρασε ο Καβάφης. “Δεν είμαι Ελλην ούτε Ελληνίζων, είμαι Ελληνικός”. Ετσι νιώθω: Ελληνική. Σκέφτομαι συχνά και προβληματίζομαι για τη σχέση που θα έχει στο μέλλον ένα παιδί της διασποράς με την Ελλάδα. Κατά τη γνώμη μου θα μείνει μόνο η σχέση με τον τόπο. Το Ελληνόπουλο θα έρχεται στην Ελλάδα, στο νησί, για τις διακοπές του. Τον τόπο θα τον αισθάνεται λίγο δικό του. Για τα υπόλοιπα δεν γνωρίζω τι θα αισθάνεται»…

Από το Αβερώφειο

Οταν αποφοίτησε από το Αβερώφειο, ήρθε με υποτροφία στην Αθήνα για σπουδές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οπως έλεγε, «βγήκα από ένα νεοκλασικό σχολείο με βιβλιοθήκη, με χημείο, με θέατρο, με όλα τα καλά, και ήρθα εδώ σε ένα μίζερο, βρώμικο πανεπιστήμιο. Το οποίο παραμένει ίδιο και χειρότερο». Συνάντησε όμως τον καθηγητή Βυζαντινής Ιστορίας, Διονύσιο Ζακυθηνό, που καθόρισε την πορεία της, και έτσι το 1965 βρέθηκε με υποτροφία στο Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας και ξεκίνησε την αρχειακή έρευνα. Ελαμπαν τα μάτια της όταν μιλούσε για τις διαθήκες Ελλήνων, ακόμη σφραγισμένες με βουλοκέρι, που τις άνοιγε και διάβαζε ότι ενώ πλέον ήταν Βενετοί υπήκοοι, άφηναν χρήματα, έστω και λίγα, για σχολείο και εκκλησία στην πατρίδα.

H Xρύσα Μαλτέζου, μεταξύ άλλων, υπηρέτησε ως διευθύντρια από το 1980 έως το 1994 στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, βραβεύτηκε το 2003 για την επιστημονική προσφορά της με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής και το 2012 έγινε η πέμπτη μόλις γυναίκα τακτικό μέλος στην ιστορία της Ακαδημίας Αθηνών. Υπηρέτησε όλες τις θέσεις που έλαβε αθόρυβα και με μεγάλη ευθύνη. Ηταν γενναιόδωρη δασκάλα, ακούραστη ερευνήτρια και πρόσφερε πολλά στην Ελλάδα και στην επιστήμη της.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT