Το είχε υποσχεθεί την προηγούμενη εβδομάδα, όταν είχε γίνει διάσημος ως ο αγοραστής του πιο πολυσυζητημένου ίσως έργου των τελευταίων ετών. Σκόπευε να τη φάει εκείνη την μπανάνα – και ας του κόστισε 6,2 εκατ. δολ. (μαζί με την κολλητική ταινία, το πιστοποιητικό αυθεντικότητας και τις οδηγίες εγκατάστασης). Χθες, σε πολυτελές ξενοδοχείο του Χονγκ Κονγκ, ενώπιον δημοσιογράφων και ινφλουένσερ (και με τον δημιουργό του έργου, Μαουρίτσιο Κατελάν, λογικά ενήμερο), ο επενδυτής κρυπτονομισμάτων Τζάστιν Σαν έκανε τα λόγια του πράξη: «Είναι πολύ καλύτερη», είπε μετά την πρώτη μπουκιά, «από άλλες μπανάνες».
Ο 34χρονος δήλωσε πιο σοβαρά αυτή τη φορά, ότι η εννοιολογική τέχνη του «Comedian» (όπως είναι ο τίτλος του έργου) του θυμίζει τα NFTs, τα λεγόμενα «μη ανταλλάξιμα ψηφιακά στοιχεία», και την τεχνολογία blockchain στην οποία αυτά ευδοκιμούν. Αγνωστες λέξεις για πολλούς, όχι όμως για τον Σαν, ο οποίος πρόσφατα έγινε σύμβουλος στην κρυπτο-πλατφόρμα World Liberty Financial, που έχει τις ευλογίες του Τραμπ. «Είμαι ενθουσιασμένος που θα βοηθήσω να γίνουν τα κρυπτονομίσματα ξανά σπουδαία», έγραψε στα social media.
Iσως το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια απλή μπανάνα (όσο καλά και αν έχει κολληθεί στον τοίχο) αξίζει πράγματι τόσο, ούτε αν ο αγοραστής της δικαιούται ηθικά να τη φάει, ενώ με τα λεφτά της θα τάιζε εκατομμύρια. Μεγάλα ποσά έχουν σπαταληθεί για ένα σωρό ματαιοδοξίες. Το ζήτημα εδώ μάλλον είναι το νόημα που δίνει στη δική του ματαιοδοξία ο ίδιος ο Σαν. Είναι άραγε άλλος ένας εκκεντρικός μπουρζουάς; Υπογράμμισε το σχόλιο του Κατελάν για τη ρηχότητα της σύγχρονης τέχνης; Προέβη σε μια συμβολική σπατάλη πλούτου; «Νομίζω ότι η τιμή του», δήλωσε πάντως εκείνος με τετράγωνη λογική, «πρόκειται να ανέβει ακόμα περισσότερο στο μέλλον, ακριβώς όπως και με το bitcoin».

