Τη βιογράφηση της πόλης της Δράμας στον 20ό αιώνα, όταν η πόλη άλλαξε ριζικά και απέκτησε νέους πληθυσμούς, μας δίνει η ιστορικός Γεωργία Μπακάλη στο νέο ερευνητικό έργο της με τίτλο «Η γένεση της νέας Δράμας. Προσφυγική εγκατάσταση και τοπική ανασυγκρότηση» (φιλολογική επιμέλεια-εποπτεία: Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης, εκδ. Επίκεντρο). Συνεχίζοντας την πολύχρονη μελέτη της στον ευρύτερο κόσμο του νομού Δράμας, η Μπακάλη εστιάζει τώρα στις «τεκτονικές αλλαγές», όπως λέει, που συνέβησαν στο δραμινό τοπίο. «Καθοριστικές για την εξέλιξη της Δράμας και της περιοχής της ήταν οι διαδοχικές προσφυγικές εγκαταστάσεις (1922-1926) Ελλήνων της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και της νότιας Βουλγαρίας», επισημαίνει.
«Με την ενσωμάτωση περίπου 90 χιλιάδων προσφύγων συντελέστηκε στην πόλη μια κοινωνική και οικονομική κοσμογονία», λέει η ιστορικός.
Η μεταμόρφωση της Δράμας από μια τυπική οθωμανική και πολυεθνική πόλη στις αρχές του 20ού αιώνα σε μια ελληνική πόλη του εθνικού κορμού ορίζει μια οδό κατανόησης της σύγχρονης Ελλάδας. Στο βιβλίο της Γεωργίας Μπακάλη, η Δράμα φωτίζεται «ως μελέτη περίπτωσης», όπως λέει ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου στον πρόλογό του, «οι συνθήκες της οποίας έχουν εφαρμογή, σε μεγάλο βαθμό, σε όλες τις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες». Η Δράμα στην απογραφή του 1928, γράφει στον δικό του πρόλογο ο ιστορικός Νίκος Ανδριώτης, «ήταν η πόλη με τη μεγαλύτερη αναλογία προσφύγων (70,2%)».

Θαυμάσια συνοψίζει την κοσμογονία της δεκαετίας του 1920 η Γεωργία Μπακάλη σε μία φράση της: «Η ανταλλαγή των πληθυσμών στην περιοχή μας σήμαινε την αποδόμηση ενός κόσμου και την ανάδυση ενός νέου». Ερευνώντας σε αρχεία και πηγές, η Μπακάλη μιλάει για την ιστορία της σύγχρονης πόλης που ξεκινάει από την εγκατάσταση και ενσωμάτωση των προσφύγων του 1922. «Η μικρή “τουρκόπολη” με τα ανατολίτικα στοιχεία πήρε όψη μεγαλουπόλεως με τις προσφυγικές γειτονιές, τις νέες οικοδομές (Γυμνάσιο Αρρένων, Εθνική Τράπεζα κ.ά.) και τις βασικές υποδομές (ύδρευση, ηλεκτροφωτισμός)».

Η ύπαιθρος
Η μεταμόρφωση της πόλης και η γέννηση ενός νέου αστικού κόσμου πήγαινε παράλληλα με τη μεταμόρφωση της υπαίθρου. «Περιμετρικά της πόλης», εξηγεί η Γεωργία Μπακάλη, «η αδόμητη τοπογραφία της μετασχηματίστηκε με γοργούς και ξαφνικούς ρυθμούς σε ένα άναρχα δομημένο τοπίο, με οικιστικές και κοινωνικές ανισότητες (εγκατάσταση σε παράγκες / τενεκεδόσπιτα αλλά και σε νεόδμητες οικίες, γειτονιές με λαϊκά – εργατικά στρώματα και άλλες με μεσαία), όπου κατοικούσε ένας άγνωστος, από πολλές απόψεις, για τους γηγενείς, κόσμος». Εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν χέρσες ή ελώδεις εκτάσεις αναδύθηκαν νέοι συνοικισμοί και γόνιμοι κλήροι. Πρώην μουσουλμανικές αστικές συνοικίες και χωριά κατοικήθηκαν από ανθρώπους που έφεραν από τις πατρίδες τους νέα ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις και τις ιστορίες τους, τις ελπίδες και τη θέληση για επιβίωση. «Με την ενσωμάτωση περίπου 90 χιλιάδων προσφύγων συντελέστηκε στη Δράμα μια κοινωνική και οικονομική κοσμογονία».


Ο πολύπτυχος κόσμος της Δράμας ανοίγεται ως μια περίπτωση εθνικής σημασίας.

