Τις τελευταίες μέρες δεν πάει πολύ καλά. Αγκομαχάει, είναι πεσμένα τα φτερά της. Ο «Κλέων» της έχει πέσει βαρύς παρόλο που φροντίζω να είναι η τέντα μονίμως κατεβασμένη και εκείνη κάθε βράδυ να ξεδιψάει και να δροσίζεται. Την έχω άγχος γιατί είναι η πρώτη φορά που στο μπαλκόνι μου μεγαλώνει μια ντοματιά. Αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα δεν είχα επιλογή.
Ηρθε πεσκέσι από έναν φίλο στον οποίο κάποια στιγμή είχα εξομολογηθεί τον καημό μου: «Δεν βρίσκω ωραίες ντομάτες, Βασίλη. Είτε είναι “ξύλα” είτε είναι τελείως άνοστες. Εχω λαχταρήσει μια ωραία ντοματούλα, να μυρίζει ντομάτα, να έχει γεύση ντομάτα. Θυμάμαι κάπου είχα διαβάσει ότι αν κάποιος σταματούσε να τρώει ντομάτες τη δεκαετία του ’80 και δοκίμαζε μια ντομάτα σήμερα, πιθανότατα δεν θα αναγνώριζε τη γεύση. Μάλλον δίκιο έχει».
Νόστιμη ντομάτα θα βρεις μόνο σε κάποιες –όχι σε όλες– αγορές βιοκαλλιεργητών ή σε μποστάνια, απάντησε ο φίλος μου. Σε πάγκους παραγωγών που κάθε χρόνο κάνουν αυστηρή επιλογή από τα φυτά και κρατούν τις καλύτερες ντομάτες αποκλειστικά για τους σπόρους και τη σπορά της νέας χρονιάς.
Τρεις – τέσσερις βδομάδες μετά τη συζήτηση αυτή, ήρθε στο σπίτι μια ντοματιά σε γλαστρούλα. Είχε και αφιέρωση. «Να την προσέχεις και να την αγαπάς, είναι από καλό και σπάνιο σπόρο που είχε ο παππούς μου. Με αγάπη, Βασίλης». Μετά την πρώτη μου γνωριμία με την ντοματιά, σχημάτισα τον αριθμό ενός «καλλιεργητή» που έχω την άνεση να καλέσω όποτε θέλω. «Μπαμπά, τι να κάνω στην ντοματιά; Τι χώμα χρειάζεται; Τι χρειάζεται γενικώς;».
Ακολούθησαν ταχύρρυθμα μαθήματα για το κατάλληλο είδος γλάστρας, το σωστό φυτόχωμα, τις ώρες ηλιοφάνειας που χρειάζεται το φυτό, τη συχνότητα ποτίσματος και τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία, το λίπασμα που πρέπει να είναι πλούσιο σε κάλιο και μαγνήσιο κ.ά. Το φυτό πήρε τον δρόμο του. Τώρα, αν ξεπεράσει τον «Κλέωνα» αναμένω την «παραγωγή». Τη στιγμή που θα δοκιμάσω την πρώτη ντοματούλα. Θα θυμίζει τις παλιές ντομάτες;
Την απάντηση έδωσε ο μπαμπάς: «Μια ντοματιά μεγαλώνει στο μπαλκόνι σου. Και μόνο γι’ αυτό θα έχει γλυκιά γεύση…».

