Στις 12 Ιουνίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών η διάσημη Γερμανίδα βιολονίστρια Ανε-Ζοφί Μούτερ εμφανίστηκε στο Ηρώδειο μαζί με τους «Βιρτουόζους της Μούτερ», το δικό της σύνολο. Στα χαρτιά το πρόγραμμα περιλάμβανε έργα Βιβάλντι, Μπαχ, Μπολόν και Πρεβέν. Ωστόσο, το «Νονέτο» του τελευταίου, που θα ακουγόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, κόπηκε, καθώς η συναυλία καθυστέρησε λόγω της βροχής και υπήρχαν φόβοι ότι ενδεχομένως να διακοπτόταν εκ νέου. Στο τέλος της βραδιάς, όμως, καθώς ο ουρανός καθάρισε, οι μουσικοί αποζημίωσαν το ενθουσιώδες κοινό με τέσσερα κομμάτια εκτός προγράμματος.
Η Aνε-Ζοφί Μούτερ απέδωσε τα έργα με απίστευτη τεχνική ασφάλεια και εκφρα- στική φαντασία.
Ηταν συνολικά μία ευχάριστη βραδιά. Τόσο η επιλογή του ρεπερτορίου όσο και το εξαιρετικό επίπεδο των μουσικών φρόντισαν γι’ αυτό. Είναι επίσης καταπληκτικό πόσο γρήγορα προσαρμόζεται το ανθρώπινο αυτί στις εκάστοτε συνθήκες. Διότι, μπορεί η Μούτερ να δήλωνε στον Νικόλα Ζώη και στην «Κ» εντυπωσιασμένη από την ακουστική των αρχαίων θεάτρων (25/5/2023), ωστόσο η γνωστή σε όλους άριστη ακουστική τους αφορά τον λόγο και όχι τη μουσική, και δη την κλασική, η οποία έχει ανάγκη από ανακλαστικές επιφάνειες. Μάλιστα όσο περισσότερες τόσο καλύτερα, γεγονός που άλλωστε αποτυπώνεται στον σχεδιασμό όλων των σύγχρονων αιθουσών συναυλιών. Τα παλαιότερα χρόνια τις απαραίτητες διαθλάσεις του ήχου πετύχαιναν οι φορτωμένες διακοσμήσεις των αιθουσών: αυτό είναι ένα από τα μυστικά της περίφημης αίθουσας των «Φίλων της Μουσικής» της Βιέννης. Σε κάθε περίπτωση, η μουσική την οποία επέλεξε να παρουσιάσει στην Αθήνα η Μούτερ είχε γραφεί για κλειστούς και πολύ μικρότερους χώρους από το Ρωμαϊκό Ωδείο. Ετσι, για ακόμα μία φορά, στο Ηρώδειο χρειάστηκαν μερικά λεπτά μέχρι το αυτί να προσαρμοστεί στην εξαιρετικά «στεγνή» ακουστική του ανοικτού χώρου και να «αναπληρώσει» την ηχητική εικόνα. Το τσέμπαλο, βέβαια, παρέμεινε άκρως διακριτικό σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Σε κάθε περίπτωση, αποζημίωσε ο εξαιρετικός ήχος του συνόλου εγχόρδων που συνόδευε τη Μούτερ. Η βραδιά ξεκίνησε με το Κοντσέρτο σε φα μείζονα για τρία βιολιά του Αντόνιο Βιβάλντι και συνεχίστηκε με δύο έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ: το πρώτο Κοντσέρτο για βιολί (BWV 1041) και το τρίτο Βραδεμβούργιο Κοντσέρτο (BWV 1048). Στα ζωηρά μέρη ο εκπληκτικός συντονισμός ανάμεσα σε ομοειδή έγχορδα, τα βιολιά, τις βιόλες και τα τσέλα, είχε ως αποτέλεσμα έναν ήχο μεστό και εστιασμένο, ταυτόχρονα επίσης ευέλικτο και σπινθηροβόλο όσο χρειαζόταν. Στα αργά μέρη, πάλι, βασικό στοιχείο ήταν η φαντασία στη διάπλαση της μελωδικής γραμμής και κάποιες ευρηματικές λύσεις, που σε τόσο γνωστά έργα, όπως τα συγκεκριμένα, έκαναν τη διαφορά. Η ίδια η Μούτερ διαφοροποιούσε με εξαιρετική αίσθηση τις φράσεις, επιλέγοντας με καλαισθησία τον κατάλληλο παλμό κάθε τόνου (βιμπράτο), προσθέτοντας έκφραση στην ερμηνεία της.
Η κορύφωση της βραδιάς ήρθε με το Κοντσέρτο σε λα μείζονα έργο 5, αρ. 2 του Ζοζέφ Μπολόν, στο οποίο η Μούτερ επιβεβαίωσε την απολύτως ξεχωριστή κλάση της, αποδίδοντας την απαιτητική γραφή όχι απλώς με απόλυτη τονική ασφάλεια και ακρίβεια αλλά επίσης με μεγάλη εκφραστικότητα.

