Η χώρα μας συγκαταλέγεται στα πέντε ισχυρότερα τουριστικά brands διεθνώς. Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία το 2019 αντιστοιχούσε στο 12,6% του ΑΕΠ. Το 2022 ήταν χρονιά ρεκόρ με έσοδα 17,6 δισ. –2,6 δισ. πάνω από τον προϋπολογισμό– με 20% αύξηση της κρουαζιέρας και του οδικού τουρισμού και ρεκόρ απευθείας πτήσεων. Οι εκτιμήσεις για φέτος είναι ότι θα έχουμε νέο ρεκόρ αφίξεων, με αύξηση της δαπάνης ανά ταξιδιώτη κατά 20% σε σχέση με πέρυσι, με σημαντικό αποτύπωμα στην πραγματική οικονομία. Προφανώς το τετράμηνο Ιουνίου – Σεπτεμβρίου είναι η καλύτερη περίοδος του τουρισμού, όπως και των καλλιτεχνικών φεστιβάλ. Τα τελευταία χρόνια, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι είναι γεμάτα, αλλά οι τουρίστες δεν βλέπουν ελληνικές θεατρικές παραστάσεις. Κανένας χώρος του εμβληματικού για την Ελλάδα Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου δεν έχει πετύχει να προσελκύσει ξένο κοινό. Ούτε καν για τις ξένες παραστάσεις (πλην ελάχιστων παραστάσεων με διεθνούς βεληνεκούς ηθοποιούς, όπως ο Ιθαν Χοκ το 2009 και ο Κέβιν Σπέισι το 2011). Ενδεικτικό είναι ότι το 2022 στο κοινό του «Αγαμέμνονα», σε σκηνοθεσία Ούλριχ Ράσε, από το Residenztheater, που καθήλωσε το κοινό, περίπου το 20% ήταν ξένοι. Την ίδια στιγμή, στην ελληνική παράσταση που ξεχώρισε πέρυσι και επαναλήφθηκε φέτος στην Πειραιώς 260, την «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή, το ξένο κοινό αποτελούσε 5% του συνόλου. Ποιοι είναι οι λόγοι που το ελληνικό θέατρο παραμένει στη σκιά; Οι υπεύθυνοι αδιαφορούν για το ξένο κοινό;
Η διεθνοποίηση της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η προσπάθεια του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου να συνδεθεί με ξενοδοχεία για την προβολή των ελληνικών παραστάσεων είναι το λιγότερο, και βεβαίως χρειάζεται υπομονή, συνέπεια και στήριξη από τον τουριστικό κλάδο. Δεν μπορεί αυτό ωστόσο να έχει βάθος εάν ο τουρίστας δεν έλθει ενημερωμένος για την ελληνική θεατρική παραγωγή. Θεσμικά, τον δρόμο δείχνει η πρωτοβουλία του Εθνικού Θεάτρου που πρόσφατα οργάνωσε showcase καλώντας διακεκριμένους καλεσμένους –περίπου 30 καλλιτεχνικοί διευθυντές– να παρακολουθήσουν παραστάσεις και πρόβες του Εθνικού Θεάτρου, ώστε να αναδειχθεί η ορατότητα του ελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό. Σαφώς και κάτι τέτοιο απευθύνεται σε ειδικό κοινό, το οποίο θα αποτελέσει τον πολλαπλασιαστή του έργου που γίνεται στο ελληνικό θέατρο. Ο διθύραμβος που έγραψε στον Guardian ο ιδιαίτερα δύσκολος Μάικλ Μπίλινγκτον για την παράσταση του 24χρονου Μάριο Μπανούσι «Goodbye, Lindita» είναι χαρακτηριστική.
Καίριο όμως ζήτημα είναι να μπορέσει η ελληνική θεατρική σκηνή να ξεφύγει από τη δική της εσωστρέφεια. Απαιτείται τόλμη και εκ μέρους των καλλιτεχνών και των θεσμικών φορέων. Η απάντηση στο ερώτημα «τι μπορούμε να δείξουμε στους ξένους» θα παραμένει αμήχανη όσο οι υπεύθυνοι των κρατικών θεάτρων και των καλλιτεχνικών οργανισμών κάνουν μοίρασμα της πίτας των κονδυλίων στην ελληνική «αγορά», επιλέγοντας προτάσεις με στόχο να ισορροπήσουν ανάμεσα στην πρωτοπορία και στην ανάγκη για δημοφιλείς καλλιτέχνες που τα «φέρνουν» στα ταμεία από το ελληνικό κοινό. Οσο κι αν κάποιες φορές το μείγμα πετυχαίνει, μένει η αίσθηση μιας ανέμπνευστης, εντέλει, λούπας.

