Σε μια κοσμοπολίτικη περιοχή όπως η Θεσσαλονίκη, οι μουσικές, οι φωνές, οι ήχοι, τα τραγούδια ποτέ δεν ήταν ένα. Στις γωνιές και την ιστορία της έσμιγαν διαφορετικές παραδόσεις, αξίες, πολιτισμοί, κάνοντας ακόμη και σήμερα αυτή την πόλη ιδιαίτερη, με φυσιογνωμία, δυναμική και εξωστρέφεια που πολλοί προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν. Σε αυτό το πάντρεμα παραδόσεων που συνδυάζουν από τους βυζαντινούς ύμνους, τα δημοτικά τραγούδια, τις σεφαραδίτικες μπαλάντες, τα τούρκικα μουσικά μονοπάτια και τις βαλκανικές μελωδίες διασταυρώνονται μικρασιάτικες μνήμες, προσφυγικοί καημοί, ποντιακά μοιρολόγια, αστικά τραγούδια, ρεμπέτικα, η λαϊκή σχολή της Θεσσαλονίκης και οι νεότεροι δημιουργοί της, ακόμη κι εκείνοι που ραπάρουν σύμφωνα με τις ανησυχίες των 20άρηδων.
Είναι όλα τους μέρος της μουσικής παράστασης «Με μουσικές εξαίσιες, με φωνές! …Μια μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης» που ανεβαίνει στις 19 του μηνός στο ΚΘΒΕ, σε κείμενα-ιστορική και μουσική έρευνα του Λάμπρου Λιάβα και σκηνοθεσία-χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου.
«Ολα μπερδεύονται γλυκά»
Αυτό εννοεί ο εμπνευστής της όταν λέει «Ολα μπερδεύονται γλυκά». Κι αυτή η παράσταση για τους θεατές της περικλείει «ένα ολόκληρο ηχητικό σύμπαν». Με λίγα λόγια «ορχήστρες, κομπανίες, μπάντες και χορωδίες, αλλά και ο ήχος από το τζουκμπόξ στις λαϊκές ταβέρνες, το φορητό πικάπ στα νεανικά πάρτι και το τρανζιστοράκι με τη μετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων και του Φεστιβάλ Τραγουδιού»… Πολύ τραγούδι αλλά και λόγος, με στιγμές που φωτίζουν την ιστορία της πόλης, τις προσωπικότητες και τους μύθους της.
Μουσική κληρονομιά από τους Καβείρους και τις Πιερίδες Μούσες, τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ψαλτική τέχνη, τους χορούς στους τεκέδες, τους δερβίσηδες, τους ψαλμούς στις συναγωγές, τις εθνοπολιτισμικές ομάδες όπως τις περιγράφει ο εθνομουσικολόγος. Ελληνες, Τούρκοι, Αρβανίτες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Γύφτοι και μαζί το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης με σπουδαίες προσωπικότητες όπως οι Αιμίλιος Ριάδης, Λώρης Μαργαρίτης, Σόλων Μιχαηλίδης αλλά και η Φιλαρμονική, ο Ομιλος Φιλόμουσων, ο ονομαστός «Σαλονικιός» ή αλλιώς Δημήτρης Σέμσης, η Ρόζα Εσκενάζι, η Ρίτα Αμπατζή και η Ζωζώ Νταλμάς. Από κοντά ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Τάκης Μπίνης, η Σεβάς Χανούμ, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η ρεμπέτισσα Λιλή, ο Νίκος Παπάζογλου και ο Ρασούλης, η Μαριώ και ο Χοντρονάκος, ο επίμονος Σάκης Παπαδημητρίου και η Συλλαίου. Δυνατές και οι φωνές των ποιητών (Εβλιγιά Τσελεμπί, Μανώλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Ζωή Καρέλλη, Θωμάς Κοροβίνης, Ν.Γ. Πεντζίκης, Ντίνος Χριστιανόπουλος) που επίσης έχουν θέση εδώ.
Η μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, από το 1912 μέχρι σήμερα, ζωντανεύει γιορτινά στο θέατρο της Μονής Λαζαριστών, σε μια παράσταση πολύχρωμη όπως ακριβώς η ιστορία της πόλης. Θέαμα που ενισχύεται από την παρουσία καλλιτεχνών που γεννήθηκαν σε αυτόν τον τόπο. Από τη λαμπερή Ζωζώ Σαπουντζάκη, η οποία ξεκίνησε τεσσάρων ετών στο θέατρο του Λευκού Πύργου, μέχρι τον νεότερο Ακη Σακελλαρίου, τη Μαριώ και τον δεξιοτέχνη μπουζουξή Χρήστο Μητρέντζη ή «Πατέρα» όπως είναι το παρατσούκλι του. Γκεστ της παράστασης, γιατί η βάση της είναι ένας θίασος 50 ατόμων του ΚΘΒΕ.
Στοιχείο ταυτότητας
Ο συνδυασμός τραγουδιού, μουσικής και χορού διαφυλάσσει και ενεργοποιεί τη μνήμη, είναι στοιχείο ταυτότητας, μας λέει ο Λ. Λιάβας. Είναι πολυπολιτισμική πόλη με πολλές και διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπου ακόμη και σήμερα η νεολαία και οι φοιτητές της δίνουν έναν τόνο που δεν τον βρίσκεις στην Αθήνα. Καρντασούπολη, ακόμη και το «χαλαρά» είναι δικό της. Η πιο ανατολική πόλη της Δύσης. Αυτή ακριβώς ήταν και η πρόκληση: πώς να συνδυάσει τόσες παραδόσεις. «Δεν κάνουμε μουσικό ντοκιμαντέρ. Σκοπός είναι να βγει μια παράσταση επιμορφωτική και συγχρόνως να ωθήσει τα νέα παιδιά να ψάξουν την ιστορία της πόλης τους», λέει στην «Κ». Δεν αποφεύγει ούτε τις μεταλλάξεις των τελευταίων χρόνων και το λούμπεν στοιχείο της. Αλλωστε η Θεσσαλονίκη τα περιέχει όλα.
«Ακούσματα διαφορετικά, σταυροδρόμια πολιτισμών, διάφορα ύφη και ήθη, σημαντικά ιστορικά γεγονότα: όλα αυτά πρέπει να συγκεραστούν μπροστά στον θεατή και να τον οδηγήσουν σε μια πολύχρωμη, πολύβουη παράσταση. Να κάνουν τον θεατή πλουσιότερο στη γνώση της μουσικής ιστορίας της πόλης. Να του θυμίσουν, να τον συγκινήσουν, να του μάθουν, να τον ψυχαγωγήσουν», σημειώνει στο πρόγραμμα η Σοφία Σπυράτου.
Η πόλη-μάνα συγκινεί όλους
Το «Με μουσικές εξαίσιες, με φωνές!» είναι η βιογραφία της πόλης. Είχαν προηγηθεί εκείνες των Σακελλαρίδη-Γιαννίδη, του Αττίκ και βέβαια της Αγγέλας Παπάζογλου που έγραψε ο γνωστός εθνομουσικολόγος. Τι είναι όμως αυτό που συγκινεί το κοινό και τρέχει σε τέτοια θεάματα (όλο και αυξάνονται τα τελευταία χρόνια), από τα οποία δεν λείπει το στοιχείο του μελό; «Είναι φανερό, θέλουμε σημεία αναφοράς που έχουν σχέση με την ταυτότητα και τη μνήμη. Είναι κάτι φορτισμένο που φέρνει συγκίνηση και συγχρόνως ξυπνάει το ενδιαφέρον στους νεότερους, να μάθουν για τους γονείς, τους παππούδες, την ιστορία τους. Και τα έχουμε όλο και πιο ανάγκη σε αυτή την εποχή της αμνησίας, της ισοπέδωσης που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Δεν είναι τυχαίο ότι η Θεσσαλονίκη είναι για πολλούς η πόλη-μάνα. Είναι σαν μήτρα. Αντίθετα, η σχέση του πληθυσμού με την Αθήνα μοιάζει συχνά εχθρική. Η πρώτη είναι μια πόλη που δέχθηκε την προσφυγιά, μια αγκαλιά δηλαδή, ενώ η Αθήνα την εσωτερική μετανάστευση, μια πόλη που μοιάζει συχνά με μητριά».
«Μες στα στενά, στις εκκλησιές και στα λιμάνια/ Θεσσαλονίκη μου σε βρίσκω το πρωί./ Μάνα που βύζαξες αρχόντους και αλάνια/αίμα με γάλα κι άγριο μέλι με βροχή./ Θεσσαλονίκη, έχω ταξίδια στην καρδιά/ μα πριν σαλπάρω χάρισέ μου μια βραδιά/ με παραμύθια από καιρούς βυζαντινούς/ γεμάτα αγγέλους κι ασημένιους ουρανούς», την περιγράφει ο Γιάννης Ξανθούλης στους στίχους που έγραψε ειδικά για την παράσταση πάνω στην παραδοσιακή πολίτικη μελωδία Σουλτανί Σεγκιάχ.

