Θεσσαλονίκης εγκώμιον

3' 14" χρόνος ανάγνωσης

H βιβλιογραφία σχετικά με τη Θεσσαλονίκη είναι πλούσια και καλύπτει πλήρως τη μακρόχρονη ιστορία της. Δύσκολα, ωστόσο, μπορεί να βρει κανείς ένα ελκυστικό βιβλίο για τον μέσο αναγνώστη, κυρίως για έναν μη Θεσσαλονικιό, πόσω μάλλον δίγλωσσο για έναν ξένο τουρίστα, που να μην έχει αυστηρά ακαδημαϊκό χαρακτήρα ή νοσταλγικό περιεχόμενο για το ένδοξο παρελθόν της, να μην είναι μονοθεματικό, ιστορικό, αρχιτεκτονικό ή κοινωνιολογικό.

Επετειακή έκδοση

Μια επετειακή έκδοση που κυκλοφορεί (εκδόσεις Καπόν) με αφορμή την εκατονταετία από την παράδοση της Θεσσαλονίκης στα ελληνικά στρατεύματα, καλύπτει τουλάχιστον αυτό το κενό. Με τη σημερινή ματιά δύο σαραντάρηδων, ξεναγεί τον αναγνώστη στη σύγχρονη μεγαλούπολη μέσα από διαδρομές του αστικού της παρελθόντος. Κείμενα και νέες απεικονίσεις αποτυπώνουν συνοπτικά το μικρό σύμπαν της Θεσσαλονίκης με «στιγμιότυπα» του τελευταίου αιώνα που συνθέτουν τεκμηριωμένα όλες τις όψεις της ιστορίας, της δημόσιας εικόνας, της καθημερινότητας, της ανθρωπογεωγραφίας και του πολιτισμού μιας πόλης η οποία, όπως σημειώνουν στον πρόλογο, «μοιάζει να έχει αλλοιώσει αρκετά στοιχεία της ταυτότητάς της και να έχει περιχαρακώσει την ιστορική της μνήμη».

Στο «Μέλλον του παρελθόντος» – ευρηματικός ο τίτλος της έκδοσης Θεσσαλονίκη 1912-2012, ο φιλόλογος – συγγραφέας Λέων Ναρ με τις λέξεις του και ο αρχιτέκτονας -φωτογράφος Γιώργης Γερόλυμπος με 150 εικόνες, συναρμολογώντας τα λείψανα διαφορετικών πολιτισμών «διακεκομμένες λήψεις από ένα παρελθόν που δύσκολα μπορεί πια να συσταθεί σε ενιαία εικόνα μνήμης», τη γοητευτική αταξία της σύγχρονης μεγαλούπολης και τα πιθανά σύμβολα ενός μέλλοντος, διατρέχουν την ιδιαιτερότητα του αστικού της χώρου με τα θετικά και αρνητικά της γενέτειράς τους.

«Εχω διαβάσει πολλά για την προπολεμική Θεσσαλονίκη, τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Οι γενιές αλλάζουν, αλλάζει και η ματιά. Οι παλιότεροι είναι περισσότερο νοσταλγοί του παρελθόντος ίσως γιατί έζησαν σε μια διαφορετική πόλη. Η δική μου γενιά όμως βίωσε τη μεταμόρφωσή της, εισέπραξε τη θεαματική της πτώση, πρόλαβε λίγο από την ασπρόμαυρη τηλεόραση, τη μουσική στο ραδιόφωνο, την μπάλα στον δρόμο χωρίς αυτοκίνητα, τη Θεσσαλονίκη πρωταγωνίστρια του μπάσκετ τέλη δεκαετίας του ’70 όταν παρέλυε η πόλη κάθε Πέμπτη. Δεν γεύθηκε τη μαύρη μπύρα και τα λουκάνικα της ΔΕΘ αλλά την έζησε ως πανηγύρι, με την εμπορική και κοινωνική της διάσταση. Σε μια πενταετία όμως το παρόν θα είναι παρελθόν και για την επόμενη γενιά μια άλλη Θεσσαλονίκη», λέει στην «Κ» ο Λέων Ναρ. Στα κείμενά του, χωρίς μακροσκελείς αναφορές, ο Ναρ, πλέκει γλαφυρά τα γεγονότα της ιστορίας και τη σημερινή πραγματικότητα, με μια προσωπική περιγραφή όπως τη βίωσε στην παιδική του ηλικία, από τις περιγραφές των γονιών, τη γνώση της ιστορίας και τη συναίσθηση της τοπικής αυτογνωσίας. Δεν εξιδανικεύει, δεν ωραιοποιεί, απλώς περιγράφει το παρόν μέσα από το παρελθόν δείχνοντας το δάχτυλο στο μέλλον.

«Δώσαμε μεγάλη έμφαση στη μετεξέλιξη περιοχών δρόμων και σημεία αναφοράς που μετασχηματίστηκαν, όπως τα ζήσαμε μετά τη δεκαετία του ’80. Σταθήκαμε σε τόπους- θεσμούς (ΔΕΘ, Λιμάνι, δυτικές συνοικίες), σε περιοχές, δρόμους, γωνιές και πλατείες (πλατεία Ελευθερίας, πλατεία Ναυαρίνου, »η πιο ετερόκλητη πλατεία των Βαλκανίων»). Επιχειρούμε να εξηγήσουμε το παρόν, να συστήσουμε τη νέα Θεσσαλονίκη, όπως θα ξεναγούσαμε φίλους Αθηναίους περιγράφοντας ιστορικά κτίρια-άγνωστα που στεγάζουν ναούς της μόδας ή περιοχές, π.χ. στον Φραγκομαχαλά εκεί όπου οι κλωστοϋφαντουργικές μηχανές λειτουργούσαν ασταμάτητα για δεκαετίες και ο θόρυβός τους γλιστρούσε από τα ανοιχτά παράθυρα».

Μετεξελιγμένος οδηγός

Είναι ένα λεύκωμα – ένας μετεξελιγμένος οδηγός της πόλης, γραμμένο και εικονογραφημένο από δύο 38άρηδες όπως την έζησαν στο 1/3 του αιώνα της. Είναι η κριτική ματιά δύο ανθρώπων αυτής της ηλικίας που επιχειρούν να ενισχύσουν την τοπική αυτογνωσία χωρίς φανατισμό, να προβληματίσουν τους απόντες συνομηλίκους από τα κοινά που μοιάζουν «εγκλωβισμένοι στις μειωμένες προσδοκίες μιας απρόσωπης πόλης», κυρίως την ερχόμενη γενιά για ένα συλλογικό όραμα. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με συναίσθημα που δικαιολογεί ακόμη και την υπερβολή μιας σύγκρισης της Προξένου Κορομηλά με τη λονδρέζικη Μποντ Στριτ, της Πλατείας Αριστοτέλους με την Πιάτσα ντι Σπάνια, της γειτονιάς των Θεάτρων με το Μπροντγουέι, της Ανω Πόλης με τη θεσσαλονικιώτικη Μονμάρτη. Παράδοξο αλλά αποκαλύπτει μια αλήθεια. «Η Θεσσαλονίκη στα μάτια μας, είναι η μητρόπολη του κόσμου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT