ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Σε μια εποχή κατά την οποία η Θεσσαλονίκη «ξαναδιαβάζει» τη νεότερη ιστορία της για να ερμηνεύσει πολιτικά γεγονότα και συνθήκες που διαμόρφωσαν το σημερινό της πρόσωπο, κάνει φλας μπακ και στην αρχιτεκτονική της ταυτότητα. Δύο ειδικοί επιστήμονες στοιχειοθετούν τις μεταμορφώσεις της τον τελευταίο αιώνα, σε ομιλίες που διοργανώνει το ΑΠΘ. Η συνέχεια της σειράς σήμερα, από τον καθηγητή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βασίλη Κολώνα, που θα αναφερθεί στην «Αρχιτεκτονική της ανοικοδόμησης, 1917-1940».
Δύο γεγονότα επηρέασαν την όψη της Θεσσαλονίκης από την απελευθέρωσή της μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών (1912-1922). Ενας παγκόσμιος πόλεμος και μια τεράστια καταστροφή από την πυρκαγιά του 1917, εξηγεί ο κ. Κολώνας. Η εφαρμογή του σχεδίου Εμπράρ και η αρχιτεκτονική της ανοικοδόμησης στην πρώτη (1922-1929) και στη δεύτερη περίοδο -τα χρόνια του ’30- δημιουργούν «μια νέα πόλη στις παρυφές του παλαιού εμπορικού κέντρου και της παραδοσιακής Ανω Πόλης που δεν κάηκαν. Οι νέοι τύποι κτιρίων και οι αρχιτεκτονικές μορφές που υιοθετούνται προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στη μεσοπολεμική πόλη και λειτουργούν ως πρότυπα για τα υπόλοιπα αστικά κέντρα των Νέων Χωρών», υποστηρίζει ο κ. Κολώνας.
Η Θεσσαλονίκη στη διάρκεια του Μεσοπολέμου έζησε ίσως την τελευταία αρχιτεκτονική της άνοιξη. Το σχέδιο Εμπράρ δεν οδήγησε σε μια τυποποίηση της εικόνας, αλλά τα έργα νέων αρχιτεκτόνων ποικίλλουν στα μέτωπα των δρόμων, τις προοπτικές των λεωφόρων και τις πλατείες. Η πόλη διατήρησε τον μεσογειακό της χαρακτήρα, τις ιστορικές αναφορές στο αστικό της τοπίο και, όπως αναφέρει ο Ιταλο Καλβίνο στις «Αόρατες πόλεις», συνέχισε να δίνει… «μορφή στις επιθυμίες και στα όνειρα των κατοίκων της».
Σήμερα, στις 19.00, στο Αμφιθέατρο III του Κέντρου Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕΔΕΑ) του ΑΠΘ.

