ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. «Οσο εμβρόντητοι ήμασταν κατά την ανέγερσή του, τόσο άπιστοι υπήρξαμε ως μάρτυρες της εξαφάνισής του. Αυτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ δύο πολιτικών συστημάτων καταμεσής στην πόλη, δεν ήταν πια τόσο δύσκολο να την περάσει κανείς». Ο Νόρμπερτ Ενκερ είναι ένας από τους εκατοντάδες φωτογράφους που απαθανάτισαν με τον φακό τους τα συνταρακτικά γεγονότα της Γερμανίας. Την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Σήμερα είναι δύσκολο να διανοηθεί κανείς το ιστορικό κέντρο του Βερολίνου εκείνες τις μέρες. Το υπενθύμισε πέρυσι το Ιδρυμα της Πύλης του Βραδεμβούργου με την έκθεση «Σκηνές και ίχνη μιας πτώσης: To Τείχος του Βερολίνου με τον φακό των φωτογράφων», στο Max Liebermann Haus (κτίριο σε γειτνίαση με την Πύλη του Βραδεμβούργου) και, από την περασμένη Πέμπτη, στο Γκαίτε Θεσσαλονίκης.
Περισσότερες από 140 έγχρωμες και ασπρόμαυρες εικόνες 21 καλλιτεχνών (Βίλφριντ Μπάουερ, Βόλφγκαγκ Μπελβίνγκελ, Ζιμπίλε Μπέργκεμαν, Ντίτμαρ Μπίρερ, Νόμπερτ Ενκερ, Τόμας Ερνστινγκ, Χάραλντ Χάουσβαλντ, Κάι-Ολαφ Χέσε, Κάρλ-Λούντβιχ Λάνγκε, Μπάρμπαρα Κλεμ κ.ά.) ξεδιπλώνουν στιγμές του 1989 που άλλαξαν εκ βάθρων το πολιτικό τοπίο. Ανακαλούν στη μνήμη το Τείχος με τη δημιουργική του διακόσμηση στο δυτικό μέρος και το απλό γκρίζο χρώμα στο ανατολικό, τις σωρούς ερειπίων μετά την πτώση του, τα υπολείμματα του υλικού που είχε ενσωματωθεί κατά την ανέγερσή του. Μεταφέρουν την ατμόσφαιρα, ανθρώπινες στιγμές στο ανοιγμένο Τείχος, το βλοσυρό βλέμμα των συνοριακών φυλάκων, τον ενθουσιασμό του πλήθους, τον κενό χώρο που καταλάμβανε το Τείχος χωρίζοντας τη Γερμανία στα δύο, κεντρικά σημεία και απομακρυσμένες τοποθεσίες στις δύο πλευρές με την πολύχρωμη Δύση και την γκρίζα Ανατολή.
«Πολύ γρήγορα αφότου δόθηκε η άδεια της κατεδάφισής του έγινε αντικείμενο κερδοσκοπίας και φολκλορικού ενδιαφέροντος. Γι’ αυτό θεώρησα σημαντικό να καταγράψω τη διαδικασία επούλωσης του ιστορικού τραύματος», διευκρινίζει στην «Κ» ο Ν. Ενκερ. «Οταν ξεκίνησα υπήρχαν ακόμη στρατιώτες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού που ήλεγχαν την κίνηση. Με την πάροδο του χρόνου απομακρύνθηκαν. Το πέρασμα από Ανατολή προς Δύση κι αντίστροφα γίνονταν σταδιακά, ολοένα και πιο αυτονόητο».

