Ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του πριν από τρία χρόνια, με τη φιλοδοξία να προβάλλει το ελληνικό τραγούδι και να βοηθήσει στην ανάδειξη νέων δημιουργών.
Σε λίγες ημέρες -στις 9 και 11 Οκτωβρίου- το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί για τέταρτη συνεχή χρονιά, κι αυτή η σύντομη, αλλά αρκετά αποκαλυπτική πορεία στη νέα του εποχή, δίνει την ευκαιρία για μια ουσιαστική αποτίμηση.
Ενώ πρόκειται για έναν θεσμό ο οποίος απευθύνεται, κυρίως, στους νέους, και θα περίμενε κανείς να αποτελεί talk of the town τουλάχιστον για τη Θεσσαλονίκη, αν όχι και για την υπόλοιπη Ελλάδα, το ενδιαφέρον του κόσμου δεν είναι ανάλογο. Το Φεστιβάλ παραμένει πιστό στο ραντεβού του και στην ποιότητα που υποσχέθηκε αρχικά, δεν έχει, όμως, «απογειωθεί» μέχρι σήμερα. Βαδίζει μάλλον ασθμαίνοντας.
Δεν έχει καταφέρει να αναδείξει διαμάντια ή να δημιουργήσει μια νέα σκηνή. Μήπως, όμως, η ελληνική μουσική σκηνή δεν έχει ανάγκη από μεμονωμένα καλά τραγούδια, αλλά από δημιουργούς με διάρκεια;
Η ζοφερή κατάσταση στη μουσική βιομηχανία καθιστά σημαντική τη λειτουργία του θεσμού, μαζί όμως και τον επαναπροσδιορισμό των στόχων του. Ειδικά από τη στιγμή που δεν ζούμε πια στην εποχή του διπολισμού «δισκογραφία ή φεστιβάλ», αλλά στην παντοκρατορία του Ιντερνετ που προσφέρει αποτελεσματικούς διαύλους επικοινωνίας.
Στις σημερινές «Αντιπαραθέσεις» κλήθηκαν να γράψουν δύο άνθρωποι που υπηρετούν χρόνια το ελληνικό τραγούδι και έχουν συμβάλει ο καθένας με τον τρόπο του στο ανανεωμένο Φεστιβάλ.

