Ερωτικό έγκλημα στη Θεσσαλονίκη του ’50

3' 30" χρόνος ανάγνωσης

Σάκης Σερέφας

Λιωμένο Βούτυρο

Σκην.: Σίμος Κακάλας

Θέατρο: Εθνικό – Νέα Σκηνή

Ακόμα και στη σημερινή εποχή του γρήγορου υπολογιστή και των εξελιγμένων προγραμμάτων για την επεξεργασία κειμένου δεν μοιάζει να είναι διόλου εύκολο εγχείρημα να έχεις γράψει 33 βιβλία, θεατρικά έργα, ποιητικές συλλογές, διηγήματα, νουβέλες αλλά και δοκίμια για ποιητές, τόπους και ποιητές, και μάλιστα προτού καν πατήσεις τα 50 σου.

Ο Σάκης Σερέφας το έχει καταφέρει. Και, τουλάχιστον από όγκο έργου πάει καλά. Με το πρώτο του θεατρικό, το «Μαμ» -ένα είδος αλληγορίας για την πορεία δύο ανθρώπων στη ζωή μέσω επτά εδεσμάτων- που είχαμε δει στο «Αμόρε» στην ευφάνταστη σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά – ο Σ. Σερέφας παρουσίασε αξιομνημόνευτα διαπιστευτήρια. Τώρα, με το «Λιωμένο βούτυρο», θεατρικό έργο που βασίστηκε στη σύντομη νουβέλα του «Θα γίνω ντιζέζ», ο συγγραφέας ξεπεράστηκε κατά πολύ από τον σκηνοθέτη του τον Σίμο Κακάλα.

Η ιστορία αληθινή και καθημερινή. Ξεσηκωμένη από τα αστυνομικά χρονικά των εφημερίδων της εποχής. Μία νεαρή επαρχιωτοπούλα εγκαταλείπει χωριό κι αρραβωνιαστικό κι έρχεται στη Θεσσαλονίκη του ’50 για να κάνει καριέρα τραγουδίστριας. Ο νεαρός την ανακαλύπτει να μένει σ’ ένα ξενοδοχείο της Εγνατίας, της ζητά να ξαναγυρίσει κι όταν αυτή του αρνείται τη σκοτώνει. Μένει όλη τη νύχτα με το πτώμα της και την άλλη μέρα παραδίδεται στην αστυνομία. Σαν ρεμπέτικο τραγούδι.

Η παράσταση

Με αυτό το υλικό στα χέρια, δηλαδή περισσότερο με το πρωτογενές υλικό των δημοσιευμάτων και με την αίσθηση μιας παλιάς Θεσσαλονίκης -έτσι όπως υπήρξε προτού γεννηθούν συγγραφέας και σκηνοθέτης- ο Κακάλας και οι τρεις νέοι ηθοποιοί που σου κόβουν την ανάσα με τις υποκριτικές και τεχνικές ικανότητές τους, έφτιαξαν μία υπέροχη παράσταση.

Μία παράσταση που δεν είναι απλά ρεαλιστική αναπαράσταση των μελοδραματικών γεγονότων ενός εγκλήματος πάθους, αλλά αναπαράσταση η οποία συνδυάζει ταυτόχρονα τον σχολιασμό, την ποίηση και κυρίως το αποστασιοποιημένο χιούμορ με το οποίο μπορεί και βλέπει ένα σημερινό μάτι τη μικρή(;) τραγωδία μιας εποχής πριν από 50 χρόνια.

Πέρα από την όποια μετα-μοντέρνα καλαισθησία (να μια ήδη ξεπερασμένη λέξη, αταίριαστη για την περίπτωση που χρειάζεται τον επείγοντα επαναπροσδιορισμό της!) ο σκηνοθέτης βάζει εδώ σ’ εφαρμογή ακόμα άλλη μία σύγχρονη θεατρική τεχνική που έχει αποδειχθεί, ιδιαίτερα προσφάτως, δημοφιλής: τη συμμετοχή του κοινού στα δρώμενα. Πότε αφήνοντας τα φώτα της πλατείας αναμμένα, πότε οδηγώντας τους ηθοποιούς στην απευθείας επαφή με τους θεατές μ’ ένα κλείσιμο ματιού ή ακόμα και μ’ ένα κέρασμα πτι-φουρ, δημιουργεί μία συμμετοχή, μία συνενοχή στη σκηνική δράση.

Υποθέτω πως αυτό το στοιχείο-τέχνασμα θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο για εμπεριστατωμένη ψυχοαναλυτική μελέτη επάνω στις σχέσεις σκηνής-πλατείας. Θα αποτελούσε ασφαλώς θέμα για μια ενδιαφέρουσα διατριβή.

Οι ερμηνείες

Στη συγκεκριμένη πάντως περίπτωση ήταν μάλλον ένα θεατροκεντρικό ένστικτο που έστρεψε τον Σίμο Κακάλα -ο οποίος από τη μια του δουλειά στην άλλη προχωρά μοναδική δημιουργικά πορεία- σ’ αυτό το παιχνίδισμα. Κι από την άλλη πάλι μεριά τι ηθοποιοί ήταν αυτά τα τρία νέα παιδιά! Εντάξει τον Μανώλη Μαυροματάκη τον έχουμε ήδη αποδεχθεί σαν έναν στέρεο, ικανό ηθοποιό της νέας γενιάς. Την Ελενα Μαυρίδου και τον Θοδωρή Οικονομίδη τους γνωρίζουμε λιγότερο από τη θεσσαλονικιώτη «Γκόλφω». Ηταν εντυπωσιακά τα όσα έκαναν με χιούμορ όπου αντιλαμβανόσουν τη λεπτομέρεια και με μαστοριά έμπειρων θεατρίνων. Τι έκτακτους -και το κυριότερο πόσο σύγχρονους- ηθοποιούς έχει βγάλει η νέα γενιά της σκηνής μας!

Δεν έχω ακόμα αντιληφθεί τι ακριβώς κάνει όποιος υπογράφει μια «Δραματουργική Επεξεργασία» (εδώ ήταν η Μαργαρίτα Κρανά). Υποπτεύομαι πως δεν είναι ακριβώς αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν Dramaturg. Θα ρωτήσω και θα μάθω. Οτι και να έκανε πάντως η Μ. Κρανά, κάτι καλό θα ήταν μια και το σύνολο της δουλειάς για την παράσταση ήταν έτσι κι αλλιώς θετικό κι ανεβασμένο. Αλλα και ο χώρος και τα κοστούμια του Κέννυ Μακ Λέλλαν ήταν καλά επειδή δεν «ξεχώριζαν» κοκορευόμενα αλλά είχαν αφομοιωθεί στο σύνολο της παράστασης, όπως άλλωστε έγινε και με τη μουσική του Νίκου Βελιώτη και με τους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλλη, που δεν επεδίωξαν κι αυτά να πρωταγωνιστήσουν όπως συνήθως συμβαίνει με τις αντίστοιχες δουλειές.

Αντίθετα, οι καλοκατασκευασμένες γκροτεσκο-τρομακτικο-εξπρεσιονιστικές μάσκες της Μάρθας Φωκά δεν ήταν δυνατόν να μην ξεχωρίζουν. Ομως αυτό το στοιχείο πάλι, προσέφερε την -πώς να την πω;- μετα-μετα- εξπρεσιονιστική γεύση σε μια παράσταση που έστρεψε με περιφρόνηση την πλάτη της στον απλοϊκό περιγραφικό ρεαλισμό. Και καλά έκανε! Δείτε το «Λιωμένο Βούτυρο». Πιστεύω πως θα το απολαύσετε όπως κι εγώ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT